ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΕΛΩΡΙΟ ΒΟΥΝΟ ΚΟΠΗΚΕ ΣΤΑ ΔΥΟ, ΑΥΤΟ ΤΟ ψηλό βουνό. Αυτός ο βράχος έγινε κοχύλι, άνθισε, έβγαλε ήχους. Αυτό το λουλούδι άνοιξε τα χείλη, άνοιξε το ματάκι του. Κοίταξε πώς σε χαιρετάει μέσα στις ψαλμουδιές του. Αυτός ο άνεμος ακονίζει τα μαχαίρια του. Γιαταγάνι αστραπής χαράζει στα ηπειρώτικα όρη, ανοίγει δρόμους και κρυφά μονοπάτια. Άκου τα βήματα, ακούς το ποδοβολητό μέσα στη νύχτα; Καραβάνια φεύγουνε στον πέρα κόσμο. Λουλούδι θωρεί ρόδο να φλέγεται κι ανοίγει τα ματόκλαδα του χαμόγελου. Αυτά τα δάχτυλα είναι ακτίνες και οι ήχοι, εκρηκτική μελωδία φωτός. Μακρόσυρτος θρήνος κλαρίνου στον ολισθηρό κατήφορο της πίκρας. Μοσχοβολάει ο τόπος πικρά άνθη ορεινά και δάκρυα χωρισμού. Αργό, αργό το μοιρολόι σαν πένθιμο πετάλι πόθου.
Ήχοι μπήγονται στην καρδιά της γης. Βόγγοι, θρήνοι, αναφιλητά ραγίσανε την πέτρα. Τόπος σκληρός πέτρα και βουνό. Σε φυγαδεύει το μονοπάτι και ο γκρεμός σου αρπάζει το βήμα. Κι η μοναξιά έχει πέτρινα δόντια, δαγκώνει τη σάρκα της γης. Μες στις βραχώδεις απαλάμες, σε λιμνούλες κάτοπτρα ρίχνει τα μάτια ο ουρανός και σκυθρωπιάζει νέφος. Βουνά ακατανίκητα με ψιλωμένους ώμους που δεν έχουν γόνατα να γονατίσουν κράτησαν τον Ηπειρώτη εκεί ψηλά στο φαράγγι της λεβεντιάς. Είδε κανείς, για πέστε μου, γόνατα λερωμένα; Στύλωσε τ’ αυτί ν’ ακούσεις.
Πήρε φωτιά το κλαρίνο εκεί στο λόφο, μπαρούτι και τριαντάφυλλα το αλώνι της λεβεντιάς και στα πανηγύρια τα τρελά ξεσκίζει ο τόπος τα σωθικά του. Με τα βουνά ε μάλωνε και με τα δέντρα αχούσε. Όρη βουβά, απέραντα που τα ξυπνάει μια χαραυγή κλαρίνου, μια κραυγή Ντελή Παπά και μια μάνα που πετροβολάει το ποτάμι. Πάνω στα βουνά ψυχρή η ξαστεριά με πέπλα από ομίχλη σαν να θέλουν να κρύψουν τις βαθιές χαράδρες του χωρισμού, τις βαθιές ρυτίδες του πόνου. Τι κελαηδάει ο πετροκότσυφας και πια δόξα φτερουγίζει ο αετός στις κορυφές. Στους ώμους των βαλανιδιών πιάνεται ο ήλιος και δεν σκοντάφτει. Εδώ παντιέρα δεν κρατάει στου ανέμου τη φούρια, φτερούγες αετών σκίζουν τον αέρα, είναι λάβαρα μοναδικά που προσκυνάει ο τόπος. Ένα σμήνος μαυροπούλια μαύρισε τον ορίζοντα και κορακιάζει η μέρα και κορακιάζει η ζωή στα μαύρα φορεμένη. Λυπητερά κρωξίματα, θύελλα που μουγκρίζει.
Μάνα Ηπειρώτισσα ζαλώθηκες το μισό βουνό και τη μισή αντάρα και με το μάτι αυγερινό σε άρπαξαν οι ανηφοριές. Ξεράσανε οι εποχές τις λύπες και τις πίκρες. Διαβρώθηκε το έδαφος, διαβρώθηκε η ψυχή σου. Ουλές από πελώριες λαβωματιές. Μαύρα μου χελιδόνια και περιστέρια της αυγής πώς φωλιάσετε έτσι αιώνια στις τρύπες του κλαρίνου; Πέρα σ’ εκείνο το βουνό, στο πέτρινο θρηνεί το κλαρίνο, πνίγεται, βραχνιάζει και ουρλιάζει. Για δες σε λίγο, αχ, πώς γελάει, παίρνει φωτιά, μεθάει και θεριεύει. Απρίλης λες ανθοβολεί ή ο Μάης να τρελάθηκε στα χάδια της αγάπης. Πέταξε το τσεμπέρι σου μάνα βασανισμένη κρατάει κλαρίνο η ρίζα της ζωής.
Ρίζα αγάπης, πλέκει τα νήματα της ψυχής μας. Δέντρο το δέντρο αρπάζεται και σκιάζει νιο κλωνάρι. Κρατάει ο βράχος ο τρανός, κρατάει κλαρίνο λεβεντιάς και το κακό ξορκίζει. Άνοιξε βράχε να διαβώ! Πόσο σου μοιάζω βράχε μου! Πάνω σου σέρνω το χορό και πιάνω το τραγούδι και εσύ σκορπάς τον ήχο του στον σέρτικο τον κόσμο. Ένα λουλούδι αμάραντο, βράχε μου, χάρισέ μου απ’ τη σχισμάδα σου, να πω τραγούδι αθάνατο, να στέψω το κλαρίνο!
photo trendstocks,

















































