Οι άνθρωποι δεν ζουν όλοι με τον ίδιο ρυθμό προόδου.
Άλλοι γρηγορουντες, άλλοι αγραυλούντες.
Ο καθένας, στην πορεία του, προσπαθεί να ερμηνεύσει τον κόσμο και τον ίδιο τον άνθρωπο, δηλαδή την ζωή, τα ιστορικά γεγονότα, αντιλήψεις φιλοσοφικές, ηθικές, θρησκευτικές, κοινωνικές και πολιτικές και ο,τι υποπίπτει στην αντίληψή του, ο,τι προκαλεί την προσοχή και το ενδιαφέρον του. Ο,τι δηλαδή εμπίπτει στο νοητό εν γένει πεδίον του.
Στην πορεία του αυτή, ερεύνης και ερμηνείας, πελαγοδρομεί μέσα σε μία πολυεδρικότητα αναζητήσεων.
Κατακλύεται από πλήθος ερωτημάτων:
Ερωτήματα που αναφέρονται στον αισθητό χώρο, π.χ. «αν το Σύμπαν είναι σταθερό η εξελισσόμενο». «Ποίοι νόμοι το διέπουν», κ.λπ.
Αλλά και ερωτήματα τα αναφερόμενα στην περιοχή της μεταφυσικής· πέραν του συνειδητού· στο μεθόριον του υπερφυσικού με το υπερβατικό, με εκείνο δηλαδή που υπερβαίνει την γνώση μας· π.χ. το περί «Υπάρξεως του Θεού, το Τριαδικόν και η Ενσάρκωσις»· «Πως βρέθηκα πάνω στη γη· πως φτιάχτηκε ο κόσμος· που πάει και προς τι τελικά γίνονται όλα αυτά».
Δηλαδή, ερωτήματα όπου η καρδία ξεπερνά την διεισδυτικότητα του νου και εισέρχεται εις την θέα των μη ορωμένων. Εκεί όπου «…ο νους ησυχάζει και η ψυχή ενώνεται με τον Θεόν».
Όλα αυτά, προσπαθεί, στον πρακτικό βίο, με τις διατιθέμενες γνώσεις του, να τα αποκρυπτογραφήσει να τους δώσει υπόσταση, να τα εκτιμήσει και να τα αξιοποιήσει.
Όμως αυτά τα ερωτήματα οριοθετούνται, ορίζονται σε ένα χώρο, χώρο πνευματικό, φορτισμένον με τις νοητικές του δυνάμεις και γνώσεις, με το αντίστοιχο δηλαδή πνευματικό του φορτίο.
Ο φορτισμένος αυτός πνευματικός χώρος είναι ο Πνευματικός του Ορίζοντας.
Ο πνευματικός αυτός ορίζων, όχι μόνον δεν είναι ο ίδιος δι όλους τους ανθρώπους, αλλά ακόμη και δια τον ίδιον ανθρωπο κατά την διαρκεια της ζωής του. Καθ΄ ότι υπάρχει η δυνατότης διευρύνσεως και υπερβάσεως του πνευματικού του ορίζοντος. Η ανάβασή του εις νέους ορίζοντες.
Εδώ, διακρίνομε τον πνευματικό ορίζοντα του παιδίου, από τον ορίζοντα του ωρίμου ανθρώπου, του επιστήμονος, του φιλοσόφου. Έχομε δηλαδή πνευματικούς ορίζοντες διαφόρων μεγεθών και ποιοτήτων.
Εν προκειμένω, εστιαζόμεθα σε στενούς πνευματικούς ορίζοντες και σε ορίζοντες ευρείς.
Στενόν πνευματικόν ορίζοντα έχει ο άνθρωπος ο οποίος συλλαμβάνει και νοεί μόνον ότι υποπίπτει στην κατ’αίσθηση αντίληψή του.
Ο άνθρωπος αυτός υπερεκτιμά ο,τι ευρίσκεται πλησίον του. Δέχεται εκείνο το οποίον χωράει στο μυαλό του.
Αυτός ο άνθρωπος έχει περιορισμένον πνευματικόν ορίζοντα.
Ευρύ πνευματικόν ορίζοντα έχει ο άνθρωπος ο οποίος δεν περιορίζεται σε αυτό που είναι πολύ κοντά του,
αλλά μπορεί να βλέπει πιο μακριά, να βλέπει το αόρατο
πίσω από το μακρινό, πίσω από τα μεγάλα και τα μικρά πράγματα.
΄Ομως, στον χώρο του πνευματικού ορίζοντα, διακρίνονται πολλάκις και κάποιες άλλες καταστάσεις, οι λεγόμενες προλήψεις.
Η έννοια της λέξεως Πρόληψη δεν συγχέεται με την έννοια της προκατάληψης.
Ως πρόληψη ή προέννοια, εννοούμε την ιδέα η οποία υπάρχει στο αρχέτυπο, που εκ των προτέρων, η ιδέα αυτή, έχει διαμορφώσει μέσα μου μία κατάσταση (καλούπι, φόρμα), μία μηχανή επεξεργασίας καί αντιλήψεως των πραγμάτων.
Περαιτέρω, εκτός από τον ως άνω πνευματικό ορίζοντα, τον ορίζοντα των ενθάδε, διακρίνομε και έναν άλλον ορίζοντα, πέραν του ανθωπίνου ορίζοντος.
Τον ορίζοντα πέραν του αισθητού, πέραν του νοητού, τον ορίζοντα των επέκεινα, τον Χριστιανικόν Ορίζοντα, τον Ορίζοντα της Θείας Αποκαλύψεως.
Από την συνάντηση καί σύγκραση των δύο αυτών οριζόντων, του Ανθρωπίνου και Χριστιανικού-της Αποκαλύψεως, επισυμβαίνει ψυχική αναγέννηση*, μία πνευματική αναβάθμιση. Και, εξ αυτού, προβάλλει κάτι καινούργιο, ένας άλλος ορίζων, του οποίου το νόημα υπερβαίνει το νόημα ενός εκάστου των συναντηθέντων οριζόντων. Ορίζων με ηυξημένο πνευματικό νόημα.Ένας Νέος Πνευματικός Ορίζων με πνευματικό Πλεόνασμα. Ορίζων με ηυξημένη λαμπρότητα, που, “Θεία χάριτι καί Αποκαλυπτικὴ δυνάμει“, διαυγάζει τα ενθάδε, “Οράν τα μη Ορώμενα”.
Η πνευματική αυτή φόρτιση ωθεί στην έξοδο από το “καταφύγιον”, προς την υπηρεσία του πλησίον και αισθάνεται, ο άνθρωπος, ένθεη παρόρμηση εξωτερικεύσεως και ομολογίας προς διάδοση της Αλήθειας. Της Αλήθειας, που δεν την κρατεί δια τον εαυτόν του, ¨ ίνα μη μωρανθή”, αλλά την διαχωρίζει από το “ένδυμά” της και προβάλλεται το Θείον από το Ανθρώπινον.
* Σχετικώς με αυτά, την ψυχική αναγέννηση, αναβάθμιση και ευρύτητα του πνευματικού ορίζοντος, δηλαδή με τα κοντινά και μακρινά, τα μεγάλα και μικρά και την αντίληψη τούτων, αναφερόμεθα κατωτέρω:
– Κατά τον εκκλησιασμό μας, επί παραδείγματι, εάν απλώς παρακολουθούμε την Θεία Λειτουργία: απλώς βλέπομε και ακούομε.
Δηλαδή, αναγνωρίζομε το ορατόν καί τίποτε περαιτέρω.
Δεν αντιλαμβανόμεθα το όπισθεν, το πέραν του ορατού, εκείνο που δεν φαίνεται, το αόρατον, το νόημα δηλαδή της Θείας Λειτουργίας.
Ανήκομε εις τους παρακολουθούντας “την ιεράν και αναίμακτον μυσταγωγίαν ταύτην¨. Δηλαδή, όπως ακριβώς θα παρακολουθούσαμε και μία θεατρική παράσταση, ή μία κινηματογραφική ταινία, και μάλιστα, ίσως με μεγαλυτέρα συμμετοχή και συγκίνηση από ότι στην Θεία Λειτουργία
Εάν όμως εκφύγομε το επίπεδο των¨παρακολουθούντων¨ και, ως ευχαριστηριακή σύναξη, ανέλθομε στο επίπεδο των ¨συνεπιτελούντων¨, μετά του ιερέως, “το μυστήριον τούτο“, τότε βλέπομε το Αόρατον. Το αόρατον, δια της διανοίξεως, θεία χάριτι, του πνευματικού μας ορίζοντος.
Τότε,¨ οδοιπορούντες με φλογισμένη καρδίαν θα φθάσωμε εις Εμμαούς**, διά να διανοιγούν οι οφθαλμοί της ψυχής μας¨ και αισθανθούμε την Θείαν Δόξαν.
** Πρόκειται δια τους δύο εκ των Μαθητών του Χριστού ( Κλεόπα και Λουκά), οι οποίοι, οδοιπορούντες εξ Ιεροσολύμων προς Εμμαούς, συνεζήτουν περί των συμβάντων εις Ιεροσόλυμα, δηλαδή την Σταυρική πορεία του Ιησού, και διαπορούσαν ότι, ενώ ήταν η τρίτη ημέρα από του Σταυρικού θανάτου του Διδασκάλου των, Ούτος δεν ενεφανίσθη όπως είχε προείπει.
Ομως, καθ’ οδόν προσετέθη και τρίτος συνοδοιπόρος, ο Αναστάς Ιησούς, τον οποίον δεν ανεγνώρισαν, καθ’ ότι οι πνευματικοί των οφθαλμοί δεν είχαν ακόμη διανοιγεί, παρ’ ότι ο Ιησούς διερμήνευε εις αυτούς λεπτομερώς τα συμβάντα εις Ιεροσόλυμα. Όμως, αυτοί ¨ησθάνοντο τας εαυτών καρδίας καιομένας και φλεγομένας υπό της έλξεως και της αγάπης του Κυρίου¨.
Κατά το δείπνον, που Του παρέθεσαν εις Εμμαούς οι δύο συνοδοιπόροι του, «ο Ιησούς ηυλόγησε τον άρτον (όπως έκαμε πάντοτε), έτμησε τούτον και έδωκεν αυτοίς».
Τότε διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των και ανεγνώρισαν τον Αναστάντα Διδάσκαλον, ο οποίος αμέσως έγινε άφαντος.
photo kanenori, https://pixabay.com