Τα πρωινά, τα στιγμιαία σου χαμόγελα· η ώρα της επιστροφής έπειτα από το σκοτεινό ταξίδι του ύπνου κι εκείνος ο αδιόρατος στεναγμός. Η κοιλάδα του παπλώματος και το χνάρι της σαν ποταμός στο δεξί σου στήθος. Έπειτα βορράς, έπειτα νότος· έπειτα ανατολή και δύση. Ένας χάρτης με γεωγραφικά στίγματα κατά μήκος και κατά πλάτος. Κι η βελόνα που μπήγεται κατά βάθος και θερμοπυρώνεται για χρόνια. Τόσα χρόνια που το φάσμα της στο τέλος ασπρίζει. Κι έπειτα η εγκάρσια πληγή. Κι έπειτα, το εν τω βάθει τραύμα. Όχι απ’ τη βελόνα μα από τα αδιάφορα τα χρόνια.
Μια επίθεση που οργανώθηκε επί χάρτου αλλά περαιώθηκε στο τερραίν με μια αγωνία να συντηρηθεί το επίπεδο ως τέτοιο. Να μην αποκτήσει βάθος (ούτε και ύψος.) Παραταγμένοι αντίπαλοι που λάδωναν τα κανόνια τους για χρόνια και προετοιμάζονταν αδιάκοπα, παρήγαγαν το δυνητικό τους ανάλογο: ένα νεκροταφείο ελεφάντων που θα άνθιζε εν τέλει στον τόπο της σφαγής γεμάτο χαυλιόδοντες από κανόνια κι από χρόνια.
Τυλιγμένα σε ρολό τοπωνύμια και μια ιστορικότητα σε συμπιεστική μα και τουριστική συνεύρεση. Όταν ο Θάνος πάλευε με τη Μουχλαλούδα ενώ από πίσω ακουγόταν ο Ανέστης Δελιάς να του κάνει δεύτερες. Ο Νοέμβρης του 2015 στο Μπατακλάν και το κοφτό ανέμισμα της γκιλοτίνας του Ροβεσπιέρου. Το αίμα που σχεδόν το μύριζες καθώς διέσχιζες με ποδήλατο τη Ριβολί από τη Βαστίλη προς το δημαρχείο και από κάθε στενό ακούγονταν πυροβολισμοί σαν από μυδράλιο. Πριν από τον Τροπικό του Αιγόκερω, πριν απ’ τον Καρκίνο. Πριν τον Χένρυ Μίλλερ και τον Κολοσσό του Αμαρουσίου. Τότε που το Μαρούσι είχε Mall στο επίπεδο της Κηφισίας και στην Ελευσίνα οι επεκτάσεις της Πετρόλα μεγάλωναν για χρόνια προς το επίπεδο της θάλασσας. Ο θάνατος των πάντων που κόντευε αδήλωτος, αήθης και θρασύς. Από την πρέζα, απ’ τον Αλλάχ ή απ’ τον Καρκίνο. Μα πιο πολύ απ’ τα αδυσώπητα τα χρόνια.
photo Image license by freepik.com, memory_stockphoto
















































