Στα γαλάζια νερά
κολυμπώ σαν δελφίνι,
μα η γιαγιά στα βαθιά
ν’ ανοιχτώ δε μ’ αφήνει.
– «Μην τη βλέπεις γλυκιά
και γαλήνια» μου λέει
«γιατί, εκεί που γελά,
μελανιάζει και κλαίει.
Είδες πώς μουλωχτά
σου κατάπιε τη μάσκα,
μόλις άφησες χθες
τα χεράκια σου λάσκα;»
– Μη φοβάσαι, γιαγιά,
έχω πια μεγαλώσει
και χαρές ο γιαλός
ζωηρές θα μου δώσει!
Όπως συ με στοργή
μ’ αγκαλιάζεις το βράδυ,
κάθε κύμα γλυκά
με τυλίγει σαν χάδι.
Το νερό στα βαθιά
το κορμί μου ελαφρώνει
κι ώς το μπλε τ’ ουρανού
τη χαρά μου φτερώνει.
Μη με βγάζεις, λοιπόν,
σαν μωρό στ’ ακρογιάλι
κι άσε να κολυμπώ
όπως όλοι οι μεγάλοι.
-«Κράτα,φως μου,θερμό
της καρδιάς σου το θάρρος,
μα κι η γνώση κι ο νους
να’ναι ακοίμητος φάρος!»
Μου ‘πε ντρέτα η γιαγιά
σαν με πήρε απ’το χέρι
και σοφά μ’οδηγεί
της ψυχής της τ’αστέρι
photo aftertrace, https://pixabay.com

















































