Ένα συνηθισμένο βράδυ του 1981, ενώ ήμασταν ανούσια αφοσιωμένοι σε μια δημοφιλή σειρά μπροστά στην ασπρόμαυρη τηλεορασούλα μας, ήρθε ο σεισμός του ‘80 στην Αθήνα, να μας καταπιεί απροειδοποίητα.
Επλήγησαν γειτονιές της πρωτεύουσας, φτωχές και πλούσιες, αδιακρίτως. Εμείς τότε, μέναμε σε μια ταπεινή των Δυτικών προαστείων.
Στο παιδικό μυαλό μου ένιωσα πως ναι, μάλλον οι γίγαντες υπάρχουν γιατί μέσα στο τρομερό τράνταγμα γης και ουρανού, ήταν λες και κατέβαινε φουριόζος ο γίγαντας από την φασολιά του Τζακ.
Η αίσθηση ασφάλειας κλονίστηκε συθέμελα κι άφησε το κενό να χάσκει, ακάλυπτο, από γονείς, παππούδες, θείους και θείες που δεν ήξεραν κι οι ίδιοι που πατούσαν.
Κανείς δεν ρώτησε, κανείς δεν εξήγησε, κανείς δεν αναρωτήθηκε πώς νιώθαμε εμείς, τα παιδιά. Θυμάμαι μια παλιά κουβέρτα να πέφτει στους ώμους μου κι εγώ να την γραπώνω μηχανικά. Συνέχισα να τρέμω.
Με τα δόντια να κροταλίζουν από το σοκ, το μόνο που ήθελα να κάνω ήταν να ξαπλώσω στη γη, στο χώμα, με χέρια ανοιχτά. Σε σταυρό. Δεν τόλμησα να το πω, θα με περνούσαν για τρελή, ήμουν σίγουρη. Πολύ αργότερα έμαθα ότι αυτό το λένε «γείωση» και βοηθά στο να ανακτήσεις αυτή τη χαμένη αίσθηση ασφάλειας, τη σύνδεση με τη γη.
Χώθηκα στην σιωπή, έχασα τις λέξεις που ήδη από πριν έβρισκα με κόπο.
Μα όταν τα παιδιά νιώθουν μόνα, παρατημένα στο έλεος του φόβου και του ανεξήγητου, τότε βρίσκουν περίεργες παρηγοριές.
Ένα ζωώδες ένστικτο μας καθοδηγούσε, σε μια άτυπη και ανομολόγητη συμμαχία. Η γειτονιά, έγινε ο πυλώνας των παιδικών μας χρόνων, μια ασφαλιστική δικλείδα.
Τώρα που γράφω, σκέφτομαι ότι η γραφή, είναι κι αυτή μια ασφαλιστική δικλείδα, ένα δίχτυ ασφαλείας στις ακροβασίες της ζωής.
In.gr

















































