Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα διαθέτει μία ἀκόμη ἐκπληκτικὴ ἰδιότητα. Τὴν σοφία. Ἄς εξετάσουμε μερικὰ παραδείγματα:
Τὸ ρῆμα «τέλλω» σημαίνει ἀνατέλλω, ἐγείρομαι, ὑψώνομαι. Τὸ ρῆμα «δύω», ἀντίθετα, σημαίνει βυθίζομαι [ἐξ οὗ “δύτης“ καὶ “λωποδύτης“, διότι: λῶπος (= ἱμάτιον)+δύτης = ὁ δύων εἰς τοὺς λώπους, δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ βυθίζει τὸ χέρι του στὰ ἱμάτια καὶ κλέβει]. Ἀπὸ τὸ ρῆμα «δύω», λοιπόν, παράγεται ἡ λέξη «Δύσις».
Ἐπειδὴ ὅμως ἡ «ἀνατολὴ» ἔχει ταυτισθῆ μὲ τὸ φῶς, ἐνῶ ἡ «δύσις» μὲ τὸ ἐπερχόμενο σκότος, τὸν ζόφο, τὸ ἔρεβος, γι’ αὐτὸ τὸ θέμα «δυσ- ἔγινε «σῆμα κατατεθὲν» ὁποιασδήποτε ἐννοίας ἡ ὁποία δηλώνει ἐμπόδιο ἢ στέρηση, μὲ τὸ νὰ τίθεται μπροστὰ ἀπὸ ὡρισμένες λέξεις (π.χ. δυσ-κολία, δυσ-φορία, δυσ-μένεια, δυσ-πραγία, δυσ-λεξία, δύσ-βατος, δυσ-χέρεια, δυσ-θυμία, δυσ-ωδία κ.λπ.).
Ἐνῶ ὅμως ἡ θετικὴ ἔννοια ἐκφράζεται εὐκόλως μὲ τὸ ἐπίρρημα «εὖ» (=καλῶς), τὸ «δυσ-» δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθῆ χωρὶς τὴν φιλοσοφικὴ θεώρηση τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀφοῦ τὸ ἴδιο δὲν σημαίνει κάτι, ὅπως συμβαίνει δὲ ὅλες τὶς ἄλλες περιπτώσεις πρώτων συνθετικῶν: Π.χ. ἡμι-=μισός (ἡμί-λευκος, ἡμί-θεος, ἡμι-τελὴς κ.λπ.), εὖ=καλῶς (εὔ-πιστος, εὐ-τυχής, εὔ-χαρις, εὐ-ώδης κ.λπ.), μέγα-=μέγας (μεγά-θυμος, μεγά-φωνο κ.λπ.), τρι-=τρία (τρίγωνο, τρι-ετής, τρι-μερὴς κ.λπ.).
Τὰ ἐτυμολογικὰ λεξικὰ κατατάσσουν τὸ «δυσ-» εἴτε ὡς μόριο εἴτε ὡς ἐπίρρημα. [Π.χ. Etymologicum Gudiannum: «Δυσμενὴς παρὰ τὸ δὺς μόριον καὶ τὸ μένος, ὃ σημαίνει τὴν δύναμιν. Καὶ «δύστηνος· ὁ δυστυχής· παρὰ τὸ στένω καὶ τὸ δὺς ἐπίρρημα καὶ ἐν ἐκτάσει δύστηνος καὶ ἀποβολῇ τοῦ ς· ὁ ἀεὶ κακῶς στένων»].
Ὅπου ὅμως καὶ ἂν καταταχθῆ τὸ «δυσ-» γραμματικῶς, ἡ οὐσία εἶναι ὅτι χωρὶς τὴν σοφία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ ἐξηγηθῆ ἡ σημασία του, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ ὅλες τὶς θεῖες ἐλληνικὲς λέξεις.
Ἂς ἐξετάσουμε ὅμως ἀκόμη λίγες λέξεις. Ἡ ἡμέρα, ἐπειδὴ εἶναι ταυτισμένη μὲ τὸ φῶς, μᾶς δίνει τὴν λέξη ἥμερος. Καὶ αὐτὸ διότι τὸ σκότος μᾶς τρομάζει καὶ μᾶς κάνει ἄγριους καὶ ἀν-ήμερους. Τὸ ἴδιο καὶ τὸ «ἄστυ», μᾶς δίνει τὴν λέξη «ἀστεῖος», ποὺ σημαίνει «αὐτὸν ποὺ ἔχει ἐκλεπτισμένους τρόπους», σὲ ἀντίθεση μὲ «τὸν καταγόμενον ἐκ τῶν ἀγρῶν», ποὺ δὲν διαθέτει αὐτοὺς τοὺς τρόπους καὶ ὀνομάζεται «ἀγροῖκος». Τὸ «Ἐτυμολογικὸν τὸ Μέγα», μάλιστα, ἐπεξηγεῖ ὅτι «Ἀστεῖος: Ὄνομα ἐκ τοῦ ἄστυ. Λέγεται κυρίως ὁ ἐν ἄστει διατρίβων».
Ἂς παρατηρήσουμε, ἐπίσης, λίγο τὴν λέξη «ὥρα». Ἀπὸ αὐτὴν προέρχεται ἡ λέξη «ὡραῖος». Ἡ λέξη αὐτὴ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸ «ὄμορφος», ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ «εὔμορφος». Διότι «ὡραῖο» σημαίνει αὐτὸ ποὺ ἔρχεται στὴν ὥρα του, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν εὐτυχία καὶ τὴν χαρὰ τῆς ἀπόλαυσής του. Τὸ φαγητό, γιὰ παράδειγμα, ὅταν κάποιος πεινᾶ εἶναι ὡραῖο, διότι ἔρχεται στὴν ὥρα του. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ὕπνος, ὅταν κάποιος ἔχει κουρασθῆ ὅλη τὴν ἡμέρα. Εἶναι ὡραῖος, δηλαδὴ στὴν ὥρα του, γι’ αὐτὸ εἶναι καὶ πιὸ εὐχάριστος.
Ὑπάρχουν βεβαίως χιλιάδες λέξεις γιὰ νὰ πιστοποιήση κάποιος τὸ μέγεθος αὐτῆς τῆς ἰδιότητος τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, δηλαδὴ τῆς μοναδικῆς σοφίας της. Τελειώνω ὅμως μὲ μία, τὴν λέξη «φθόνος». Ἡ λέξη αὐτὴ ἐτυμολογεῖται ἐκ τοῦ ρήματος φθέρω [καὶ φθένω (φθίνω) καὶ φθίω], τὸ ὁποῖο σημαίνει ἐλαττώνομαι, σβήνω, χάνομαι, λιώνω, παρέρχομαι κ.λπ. [Φθόνος, παρὰ τὸ φθέρω καὶ φθένω (Etymologicum Gudianum)]. Οἱ διάφορες θρησκεῖες, καὶ κυρίως ὁ Χριστιανιαμός, μᾶς διδάσκουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ φθονοῦμε τοὺς συνανθρώπους μας.
Εἶναι ὅμως πολὺ σημαντικὴ ἡ ἴδια ἡ ἠθικὴ διδασκαλία τῆς λέξεως «φθόνος», ποὺ μᾶς προστάζει νὰ μὴ φθονοῦμε τοὺς ἄλλους, διότι ὅταν κάποιος φθονῆ, τὀτε φθίνει συνεχῶς, φθείρεται, ἐλαττώνεται, σβήνει καὶ στὸ τέλος χάνεται.
Αὐτὸ τὸ μεγαλεῖο καμμία ἄλλη γλῶσσα ἐκτὸς τῆς Ἑλληνικῆς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδώση.
photo Asimina, https://pixabay.com























