Γύρισα μάνα…
Άργησα, αλλά γύρισα.
Αλλιώς τη φαντάστηκα αυτή τη μέρα.
Να γυρνάω με χαρά.
Να κατηφορίζω τρέχοντας.
Να σηκώνω σκόνη στο δρομάκι έξω
απ’ το χωριό.
Να σκύψω να φιλήσω το χώμα του χωριού μας.
Να πιω τον καφέ μου κάτω απ’ τη λεμονιά μας.
Δε σε βρήκα μάνα να σ’ αγκαλιάσω.
Έφυγες, μου είπαν, πικραμένη.
Με τη φωτογραφία μου φυλακτό της τελευταίας σου ανάσας.
Πήρες μαζί σου στον τάφο,
τον καημό της απουσίας μου.
Με περίμενες. Εσύ δεν πρόλαβες.
Κι εγώ άργησα μια ζωή.
Γύρισα μάνα επιτέλους.
Μ’ έφερε ο μικρός σου γιος.
Αυτός που ήταν τότε μικρός και δε με θυμάται.
Με γνώρισε από το αίμα που μίλησε για μένα.
Ήρθε να με συναντήσει.
Με πήρε βουρκωμένος.
Γυρίσαμε μαζί στο χωριό.
Είπε πως θα με φέρει δίπλα σου.
Να αναπαυτεί έστω, η ψυχούλα σου.
Ακούω την καμπάνα να χτυπά πένθιμα.
Έφτασε η ώρα.
Μα δεν είσαι δω μάνα.
Δεν σε βρήκα.
Βρήκα όμως ανοιχτή την αγκαλιά όλης της Κύπρου.
Επιστρέφω νέος στο μικρό μου κουτάκι.
Ο αριθμός 513 απέκτησε μόλις, ένα όνομα.
Το δικό μου και ένα επίθετο δίπλα του.
ΑΘΑΝΑΤΟΣ
photo JillWellington, https://pixabay.com




























