Η Ελλάδα βρίσκεται αυτές τις ημέρες στο επίκεντρο της διεθνούς κινηματογραφικής επικαιρότητας.
Η παγκόσμια επιτυχία της «Οδύσσειας» του Christopher Nolan αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για τη χώρα μας. Μια παραγωγή που ήδη σημειώνει εντυπωσιακή εμπορική πορεία διεθνώς, συνοδευόμενη από μια τεράστια παγκόσμια καμπάνια προβολής, η οποία φέρνει την ελληνική ιστορία, τη μυθολογία, τον πολιτισμό και τα μοναδικά τοπία της πατρίδας μας μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων σε κάθε γωνιά του κόσμου.
Η αξία μιας τέτοιας προβολής δύσκολα μπορεί να αποτιμηθεί οικονομικά.
Καμία συμβατική διαφημιστική ή τουριστική καμπάνια δεν μπορεί να δημιουργήσει τη συναισθηματική σύνδεση που δημιουργεί μια μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή. Ο κινηματογράφος αφηγείται ιστορίες. Και οι ιστορίες είναι αυτές που εμπνέουν τους ανθρώπους να ταξιδέψουν, να γνωρίσουν έναν τόπο, να αναζητήσουν τις ρίζες του και να ζήσουν την εμπειρία του.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Το φυσικό της περιβάλλον, το φως, η ιστορία, ο πολιτισμός, η αυθεντικότητα των τοπίων, οι άνθρωποί της και η διαχρονική πολιτιστική της κληρονομιά αποτελούν ένα ανεκτίμητο κεφάλαιο, που καμία άλλη χώρα δεν μπορεί να αντιγράψει.
Για μένα αυτή δεν είναι μια καινούργια συζήτηση.
Ήδη από την περίοδο που είχα την τιμή να υπηρετήσω ως Υφυπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού, είχα καταθέσει ολοκληρωμένη πρόταση για τη δημιουργία ενός θεσμικού πλαισίου με στόχο την προσέλκυση διεθνών κινηματογραφικών παραγωγών στην Ελλάδα. Ήταν μια πρωτοβουλία που στηριζόταν στην πεποίθηση ότι ο κινηματογράφος μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα εργαλείο πολιτιστικής εξωστρέφειας, τουριστικής ανάπτυξης, επενδύσεων, δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και ενίσχυσης της διεθνούς εικόνας της χώρας.
Σήμερα, ως ηθοποιός, ως άνθρωπος που υπηρέτησε τον πολιτισμό και τον τουρισμό από θέσεις θεσμικής ευθύνης, αλλά και ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, πιστεύω ακόμη περισσότερο ότι η Ελλάδα πρέπει να περάσει στο επόμενο στάδιο.
Τα τελευταία χρόνια έγιναν σημαντικά βήματα. Η δημιουργία του συστήματος κινήτρων, η λειτουργία του ΕΚΚΟΜΕΔ, η ανάπτυξη των Film Offices και η αυξανόμενη εμπιστοσύνη των διεθνών παραγωγών απέδειξαν ότι η χώρα μπορεί να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον παγκόσμιο οπτικοακουστικό χάρτη.
Όμως σήμερα δεν αρκεί μόνο να είμαστε ανταγωνιστικοί.
Πρέπει να γίνουμε στρατηγικοί.
Ο διεθνής ανταγωνισμός δεν κρίνεται πλέον αποκλειστικά από το ύψος των οικονομικών κινήτρων που προσφέρει κάθε χώρα. Κρίνεται από το πόση πραγματική προστιθέμενη αξία μπορεί να δημιουργήσει μέσα από κάθε κινηματογραφική παραγωγή.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσες ταινίες θα γυριστούν στην Ελλάδα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα αφήσουν πίσω τους όταν ολοκληρωθούν τα γυρίσματα.
Θα αφήσουν νέες δεξιότητες;
Θα αφήσουν τεχνογνωσία;
Θα αφήσουν σύγχρονες υποδομές;
Θα δημιουργήσουν περισσότερες ευκαιρίες για Έλληνες ηθοποιούς, δημιουργούς, τεχνικούς και επιχειρήσεις;
Θα ενισχύσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής δημιουργικής βιομηχανίας;
Αυτά είναι τα στοιχεία που πρέπει πλέον να αξιολογούμε μέσα από συγκεκριμένους δείκτες απόδοσης και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Η Ελλάδα χρειάζεται έξυπνα, διαφανή και σύγχρονα κίνητρα.
Κίνητρα που δεν θα επιβραβεύουν μόνο την πραγματοποίηση των γυρισμάτων, αλλά και τη μεταφορά τεχνογνωσίας, τη συμμετοχή ελληνικών επαγγελματιών σε δημιουργικές και επιτελικές θέσεις, την εκπαίδευση νέων ανθρώπων, τη συνεργασία με ελληνικές επιχειρήσεις και τη δημιουργία μακροχρόνιων διεθνών συνεργασιών.
Παράλληλα, η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι η ουσιαστική σύνδεση του κινηματογράφου με τον τουρισμό.
Ο λεγόμενος κινηματογραφικός τουρισμός (Film Tourism )αποτελεί σήμερα μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες μορφές θεματικού τουρισμού διεθνώς.
Οι σύγχρονοι ταξιδιώτες δεν επιλέγουν έναν προορισμό μόνο επειδή είναι όμορφος.
Τον επιλέγουν γιατί έχουν ήδη συνδεθεί μαζί του μέσα από μια ιστορία.
Μέσα από μια ταινία.
Μέσα από μια εικόνα που τους συγκίνησε.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα του σύγχρονου storytelling.
Και εδώ η Ελλάδα διαθέτει ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα.
Μπορεί να συνδέσει τον κινηματογράφο με τον πολιτισμό, τον τουρισμό, τη δημιουργική οικονομία και την περιφερειακή ανάπτυξη.
Μπορεί να δημιουργήσει κινηματογραφικές διαδρομές, ψηφιακές εμπειρίες, πολιτιστικά δίκτυα και νέες μορφές Creative Tourism, που θα αναδεικνύουν όχι μόνο τους γνωστούς προορισμούς, αλλά και τη λιγότερο προβεβλημένη Ελλάδα.
Την Ελλάδα της αυθεντικότητας.
Την Ελλάδα των τοπικών κοινωνιών.
Την Ελλάδα της γαστρονομίας, της μουσικής, της παράδοσης, της σύγχρονης δημιουργίας και των ανθρώπων της.
Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι κάθε μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή μπορεί να συνεχίσει να δημιουργεί οικονομική, πολιτιστική και τουριστική αξία για πολλά χρόνια μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων.
Αυτό όμως δεν συμβαίνει από μόνο του.
Απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό.
Απαιτεί συνεργασία.
Απαιτεί κοινό όραμα.
Απαιτεί μια εθνική πολιτική που θα αντιμετωπίζει τον κινηματογράφο όχι ως μια αποσπασματική δραστηριότητα, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος της αναπτυξιακής, πολιτιστικής και τουριστικής στρατηγικής της χώρας.
Η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να φιλοξενεί τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές παραγωγές του κόσμου.
Τώρα είναι η ώρα να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει και ένας από τους σημαντικότερους δημιουργικούς κόμβους της Ευρώπης.
Να επενδύσει στους ανθρώπους της.
Να δημιουργήσει σύγχρονες υποδομές.
Να μεταφέρει γνώση στις επόμενες γενιές.
Να ενώσει τον κινηματογράφο με τον πολιτισμό, τον τουρισμό, την καινοτομία και τη δημιουργική οικονομία.
Να αξιοποιήσει κάθε μεγάλη παραγωγή όχι ως ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως έναν κρίκο μιας μακροχρόνιας εθνικής στρατηγικής.
Η «Οδύσσεια» μάς υπενθυμίζει ότι οι μεγαλύτερες ιστορίες του κόσμου γεννήθηκαν στην Ελλάδα.
Το στοίχημα της δικής μας εποχής είναι η Ελλάδα να μη δανείζει μόνο τις ιστορίες της στον κόσμο, αλλά να συμμετέχει ουσιαστικά στη δημιουργία των ιστοριών του αύριο.
Να είναι τόπος έμπνευσης.
Να είναι τόπος δημιουργίας.
Να είναι τόπος παραγωγής.
Να είναι τόπος καινοτομίας.
Γιατί η πραγματική επιτυχία δεν θα μετρηθεί μόνο από τον αριθμό των διεθνών παραγωγών που θα επιλέξουν την Ελλάδα.
Θα μετρηθεί από το πόσο ισχυρότερη, πιο δημιουργική, πιο εξωστρεφής και πιο ανταγωνιστική θα γίνει η ίδια η χώρα μέσα από αυτές.
Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας.
Και είμαι πεπεισμένη ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον όλες τις προϋποθέσεις, το ανθρώπινο δυναμικό και το όραμα για να πρωταγωνιστήσει και οχι μόνο ως ο τόπος όπου γυρίζονται μεγάλες ταινίες, αλλά ως μια χώρα που δημιουργεί αξία, πολιτισμό και μέλλον μέσα από τον κινηματογράφο.




























