Υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν οικόπεδα στο πουθενά.
Τα περιφράζουν με αγκαθωτό σύρμα.
Ο Ιάκωβος, κατά κόσμον Γιακουμής, δεν είχε οικόπεδο· είχε ένα Κενό. Ένα δικό του, προσωπικό, απόλυτα προστατευμένο Κενό.
Ένα Κενό που το γέμιζε με την ψυχή του κι εκείνος έμενε άδειος να το κοιτάει.
Το φρόντιζε καθημερινά με την ευλάβεια παλαιού ωρολογοποιού.
Κάθε πρωί, λάδωνε προσεκτικά τα γρανάζια του και τις αλυσίδες που το συνόδευαν. Να μη σκουριάσουν.
Να είναι ευκίνητες και να προσαρμόζονται εύκολα σε κάθε περίσταση.
Τις τύλιγε γύρω από τον λαιμό σαν ακριβό κασκόλ.
Κάθονταν μαζί στο τραπέζι και συνομιλούσαν υπεραναλύοντας το πήδημα του ψύλλου.
Εκεί, το Κενό δεν ήταν μια απλή απουσία.
Ήταν μια παλιά σκαλιστή κορνίζα, σαν αυτήν που θα είχαν ίσως το πορτραίτο της βασίλισσας Ελισάβετ,
αλλά χωρίς πορτραίτο.
Ο Γιακουμής την ξεσκόνιζε με ένα φτερό. Τρομοκρατημένος στην ιδέα ότι μια τυχαία αχτίδα φωτός ή μια αυθόρμητη επιθυμία θα αλλοίωνε την προστατευμένη αρτιότητα του Κενού που φύλαγε ευλαβικά.
Που και που φύσαγε τον καπνό από το άφιλτρο τσιγάρο του μέσα της και παρατηρούσε τα σχήματα και τις μορφές που έπαιρνε.
Αυτά τα έκανε το απόγευμα.
Γιατί το πρωί εκτελούσε άλλα καθήκοντα σαν ευυπόληπτος πολίτης που ηταν.
Εξωτερικές εργασίες, από κι από κει, για τα προς το ζην και το κοινό καλό.
Έπειτα γύριζε σπίτι και πριν από το μεσημεριανό, άνοιγε τους λογαριασμούς. Τακτοποιούσε τα χαρτιά στην εντέλεια. Έλεγχε τα τρέχοντα έξοδα.
Απαντούσε αφηρημένα στο Κενό και κάποιες φορές έπιανε συζήτηση μαζί του. Για τον καιρό, για τα έξοδα, για κάτι που άκουσε στην εργασία του για κάποιο γείτονα, για τα χρόνια που πέρναγαν μαζί.
Αυτές οι συζητήσεις λάμβαναν χώρο συνήθως όταν το Σύμπαν χτυπούσε την πόρτα, κρατώντας εισιτήρια για κάπου πιο φωτεινά.
Κατά καιρούς, η κυρά Βασίλω η προξενήτρα επιχειρούσε να εισβάλει στον κόσμο του. Του έφερνε υποψήφιες νύφες. Λογιών λογιών…
Να εμπλουτίσει λίγο το Κενό βρε αδερφέ, να τον δει να βγαίνει από την απομόνωση, να σκάει λίγο το χειλάκι του …
«Άντε βρε Γιακουμή μου να χαρείς, να σε δω να χαρώ κι εγώ».
Ο Γιακουμής τις απέρριπτε με μεθοδικότητα. Την πρώτη τη βρήκε υπερβολικά έξυπνη. Τη δεύτερη πολύ ελαφριά. Την τρίτη πολύ βαριά. Υπήρχαν και κάποιες περαστικές από το χωριό…αδιάφορες.
Δεν έκαναν για τίποτα.
Όλες τις μετρούσε πρώτα με τη μεζούρα. Έπειτα με την αλυσίδα.
Να δει αν τις χωράει ακριβώς δύο περιστροφές. Αν το σώμα περίσσευε έστω και ένα εκατοστό, αν ανέπνεε πέρα από το μέταλλο, εκείνος γύριζε αμίλητος στο σπίτι. Ασφάλιζε τα παντζούρια και κλείδωνε την πόρτα.
Κι έμπαινε ξανά στην καθιερωμένη ρουτίνα: ξεσκόνισμα της άδειας κορνίζας, λάδωμα, γυάλισμα των αλυσίδων, αυτομαστίγωμα, ύπνος, πρωινό ξύπνημα, εξωτερική εργασία, επιστροφή σπίτι, συνάντηση με το Κενό, φαγητό και πάλι από την αρχή.
Η λογική των άλλων—οι αριθμοί, τα χρόνια που περνούσαν, τα οικονομικά, οι διέξοδοι, μια πιθανή ελευθερία—ήταν ξένη γλώσσα.
Είχε ανακηρύξει το σκοτάδι του Κενού του, σε διατηρητέο μνημείο. Ανέλαβε ρόλο.
Ο Φύλακας του Κενού.
Ιερό λειτούργημα.
Λόγος ύπαρξης.
Καθήκον που επέλεξε να επιτελεί αγόγγυστα ισόβια.
Στη λήξη της βάρδιας, πριν τον ύπνο δηλαδή, ήταν απαραίτητα μια ντουζίνα αυτομαστιγώματα, για να μένει σε επιφυλακή κι εγρήγορση.
Υπήρχαν κάποιες μεμονωμένες φορές που παρασύρθηκε και ολίσθησε από το καθήκον του, όταν μερικές περαστικές πεταλούδες του τράβηξαν την προσοχή.
Ή εκείνη την φορά που βυθίστηκε για λίγο σε κάτι απαγορευμένες ονειροπολήσεις ελευθερίας.
Και μια άλλη φορά θυμόταν που γέλασε αυθόρμητα με την ψυχή του σε μια συγκέντρωση με φίλους και ξέχασε να ξεσκονισει την κορνίζα και παρέλειψε και τις βουρδουλιες!
Γιατί? Εκείνη την φορά που έπιασε τον εαυτό του, στα πράσα, να κοιτάζει τον ορίζοντα με προσμονή?…
Άσε τότε που ένιωσε να ερωτεύεται και να επιθυμεί ένα άγγιγμα, ένα χαδι…μεγάλο σφάλμα!
Τότε ειδικά, επιστρέφοντας στο δωμάτιο του Κενού του, αύξησε τις βουρδουλιές με μανία.
Να ξεπλύνει την προδοσία της χαράς.
Μετά, από αυτές τις παρεκκλίσεις Ζωής, ως μοναχός, σχεδόν κοσμοκαλόγερος, επέστρεφε στη σιωπή.
Άρνηση συναισθήματος, η δική του ιερή νηστεία.
Η τάξη πρέπει να αποκαθίσταται κάθε φορα. Νομός!
Οι μεγάλες προθέσεις μαζεύτηκαν.
Ό,τι άντεχε τον ήλιο αποχώρησε από κοντά του, με ελαφρά πηδηματάκια.
Έτσι, τα χρόνια κυλούσαν σαν τα απόνερα στον υπόνομο.
Ο Γιακουμής έμεινε τελικά μόνος ανάμεσα στους πολλούς.
Ακριβώς όπως το είχε σχεδιάσει.
Να προστατεύει τη στασιμότητα και την αδράνεια από την απειλή της Ζωής.
Κρυφά και από την σκέψη του, πολύ βαθιά μέσα του, προσδοκούσε την επόμενη εμφάνιση κάποιας παρουσίας. Αυτήν που θα δεχόταν να γίνει αρκετά μικρή. Να μην του ταράξει ποτέ το Κενό του. Μην τυχόν και ξυπνήσει πεινασμένο και αρχίσει να γκρινιάζει, απαιτώντας λίγη ακόμα ρουτίνα και λίγες ακόμα στιγμές απομόνωσης για να τραφεί.
Στο βάθος του μυαλού του, μια Μουσική που καλούσε σε δράση και αλλαγή, του θύμιζε τα νεανικά του χρόνια.
Τότε που ο κόσμος είχε νόημα και δεν τον είχε βρει ακόμα το Κενό να του αναθέσει την φύλαξη του.
Την αγνοούσε επιδεικτικά, έκανε πως δεν την άκουγε, αλλά εκείνη επέμενε να συνεχίζει να παίζει.
Στον ρυθμό της, χόρευε η Ζωή του μόνη της, προκλητικά, χωρίς αυτόν για παρτενέρ, που επέλεγε να μην την κοιτάζει και τότε χρειαστεί να αυξήσει τις βουρδουλιες.
Κατά τ’ αλλά … Ωραίος καιρός σήμερα ..δεν συμφωνείς?
Τί νέα?
photo pexels, https://pixabay.com




























