Λέγεται ότι ο σύνδεσμος «σαν», σε πρώιμες μορφές του ελληνικού αλφάβητου, ήταν γράμμα. Επίσης, πως χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα στη γραφή συγκεκριμένων δωρικών διαλέκτων για να αποδώσει, πιθανώς, μια μορφή συριστικού συμφώνου που φωνητικά προσέγγιζε το /ts/ ή το /s/. Από την άλλη, κάποιοι ισχυρίζονται πως το γράμμα άλφα προήλθε από ένα aleph που στα φοινικικά σήμαινε ταύρος. Ένα κέρατο, λοιπόν, στημένο
στα πλευρά του όμικρον, έτσι για να θυμίζει την αρσενική καταγωγή του, συμπλήρωσε το αφήγημα του βίου της και κάπως έτσι ο ήχος της ζωής της κατέληξε συριστικός. Για το /ν/ δεν την ενδιέφερε. Είχε μάθει από νωρίς πως έμοιαζε με δοχείο. Κάτι σαν παρομοίωση. Κάτι σαν την Εύα. Ένα δοχείο σαν την πρωτόπλαστη «προπατόρισσά» της. Ο συριγμός, συχνά εκκωφαντικός, συγγένευε ετυμολογικά με δύο συνθετικά τα οποία, κατά συνθήκη, εναλλάσσονταν εμπρός από τη λέξη ομοίωση. Έτσι ένα «σαν», τόσο δωρικό όσο και η γλωσσική καταγωγή του, κατάντησε τον βίο της μια παρομοίωση, ενίοτε και προσομοίωση.
Δύο σύμφωνα, ένα φωνήεν κι ένα θαύμα που δεν έγινε. Άλφα για εκείνον, όμικρον για εκείνην, με τους ήχους να εναλλάσσονται από την έκπληξη στον πόνο και τανάπαλιν. Από το δάκρυ στη χαρά και ο καπνός δικός της, να φωλιάζει ύπουλα στο στήθος της, σαν παρακαταθήκη. Όπως και να ’χει, το άλφα, αν και δίχρονο, στη δική της ζωή είχε μακρά συνήχηση με τη λέξη άνδρας, τουτέστιν αρσενικό, κι εκείνη πότε κόρη, πότε ερωμένη, πότε αμήχανη, πότε σύζυγος, πάντα έρμαιο στις ορέξεις ενός συριγμού που πήγαζε από τον ίδιο σύνδεσμο: σαν.
«Σαν τη γιαγιά σου, σαν τη θεία σου, σαν τη γειτόνισσα, σαν την κόρη του τάδε» φώναζε το θηλυκό εμφύτευμα στα εγκε- φαλικά της κύτταρα, μα τι; Μήπως δεν ήταν κόρη της Εύας; Ψέμα κι αυτό; Έτσι έγιναν τα πράγματα, θα έλεγε η Ο, αν αποφάσιζε να διηγηθεί την ιστορία της, μα τρία γράμματα δεν είναι ποτέ αρκετά, αφού εν αρχή ην ο λόγος, και η έκσταση που επέσυρε στο διάβα του το άλφα, το αρσενικό, ήταν λόγος σοβαρός για να λογίζεται εκείνη ως θηλυκό. Το ζήτημα σαφώς προέκυψε όταν οι παρομοιώσεις πλήθυναν, καθώς την εκπαίδευαν στην προσομοίωση. Σαν καλό κορίτσι, σαν την κόρη του τάδε, σαν σωστή σύζυγος, σαν καλή ερωμένη, σαν μουγκή, «βλέπε, άκου, σώπαινε, κάνε υπομονή, μη μιλάς σαν άντρας, να μιλάς σαν μάνα, σαν τη μάνα σου», σαν μάνα…
Λένε πως οι γονείς που έχουν βιώσει μετατραυματικό στρες είναι πολύ πιθανότερο να χτυπήσουν τα παιδιά τους. Τη βόλεψε σαν θεωρία, φοβήθηκε πως κάθε χτύπημα που δέχτηκε θα είχε απόηχο στον σπόρο της. Θες να το πεις διαίσθηση, θες από φόβο, τους απογόνους της τους έπνιξε αναίμακτα. Σαν ήρθε η ώρα, νεκρός ο σπόρος φιλοξενήθηκε στη μήτρα της, αγνόησε τα εγκόσμια, ματαίωσε τη σύνδεση, αιωρήθηκε για λίγο μαζί με την ουσία της, τον ένιωσε να ξεκολλά, τον αντίκρισε να στέκει ακίνητος αποπάνω της, σαν σύννεφο, να ίπταται, το όμικρον απ’ την οδύνη τής έγνεφε, καθώς ορφανή ξόδευε την ανάσα της, εν μέσω μιας ιατρικής πράξης, άψυχη, με την κοιλιά γυμνή, κι έτσι αδειανή και καθ’ ομοίωση της κάθε παρ’ ολίγον μάνας, μέρα μεσημέρι.
«Τι κλαις; Μήπως η πρώτη είσαι ή η τελευταία;» είπε η Σαν Γυναίκα, η σαν μάνα της, καθώς το όμικρον μεγάλωνε στα χείλη της, κέρατα φύτρωναν στους κροτάφους της, κι έτσι μεταμορφωμένη έφτυσε στον τάφο του αγέννητου παιδιού της η Σαν Γυναίκα κι έφυγε, κι εκείνη έκλαψε, σώπασε, πήρε τα τρία γράμματα, τα φόρεσε, και όλα σαν πριν συνέχισαν να γράφουν ιστορία. Χιλιοειπωμένη, θα μου πεις, τι τα θες, ο συριγμός του σαν σε θέλει ολόκληρη παραδομένη. Έτσι είπε και συνέχισε. Τρία γράμματα κι ένα φωνήεν κατέληξαν να καθορίζουν ετυμολογικά την ύπαρξή της.
«Θα φύγω», ανακοίνωσε μια μέρα, έσκισε και το δεύτερο λευκό της πέπλο, είπε ένα ψέμα, έφυγε. Στην άλλη πόλη πάσχισε ν’ αποδείξει πως άλλαξαν τα πράγματα, πως το όμικρον απ’ την ομοίωση ήταν δικαίωμα στην ευτυχία, πως όλα τα άλφα της ζωής της, όσα ήταν και θα ’ρθουν, της στάθηκαν, θα της σταθούν, πως θα την αγαπήσουν. Μπορεί και να την αναζήτησαν, μα χαμένη από τότε λογίζεται, και όλα τα «σαν κι αυτήν» αερικά την πήραν στο κατόπι. Αργότερα έμαθαν πως μοιράζει λέξεις, «μονάχα αυτές της απόμειναν» είπαν, καμιά στέρφα, μόνο εκείνη· μάνες, θείες, ξαδέρφες, που άδικα ξοδεύτηκαν, τις κατέγραψε, μόνη της απ’ όλη τη γενιά των σαν αυτήν ανθρώπων, δεν έσπειρε, δεν θέρισε, μονάχα πέρασε, σαν αερικό, κι ένα χαμόγελο που είχε το μοίρασε κι αυτό. Τον σπόρο που δεν φύτρωσε τον κουβάλησε, ο δρόμος πολύς, ίσαμε τη στιγμή,
τώρα, που αφήνει τη μιμητική πραμάτεια της στην άσφαλτο.
Στο έμπα της πόλης, δείγμα ερμαφρόδιτο, το σώμα της άγαλμα, μια Αφροδίτη αδειανή, ξερνά στην άσφαλτο χιλιάδες συνάψεις, οικτίροντας το χτες, και όλα τα όμικρον που ζάρωσαν στα χείλη της την εγκαταλείπουν. Άραγε τα αγάπησε τα άλφα της ζωής της; Εκείνα; Την αγάπησαν; Ό,τι είχε πάντως το ’δωσε και στη μεγάλη πόλη ξόδεψε όσα της είχαν απομείνει, την παίδεψαν τα ξένα σαν, τη στέγνωσαν, «θα γράψω» είπε «όσα έμαθα κι όσα έχω ξεχάσει θα τα θυμηθώ».
Λένε πως το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας την είδαν να πηγαινοέρχεται σε κάποιο πεζοδρόμιο. Τα χέρια της μπαινόβγαιναν στις τσέπες, αδειάζοντας ένα άυλο φορτίο, διανύοντας χιλιόμετρα μπρος πίσω σ’ έναν μαραθώνιο, έτρεχε παράλληλα με το μήκος του τετραγώνου της περιοχής όπου εθεάθη, κανείς δεν γνωρίζει αν διέμενε εκεί, ακόμα είδαν πως σε κάθε επιστροφή της εμμονικής της διαδρομής χαστούκιζε τον εαυτό της. Λέξη δεν έβγαλε, έτσι είπαν.
Στην άσφαλτο τρία γράμματα, το ένα φωνήεν, γάμοι, κηδείες και το αγέννητο σώμα ενός παιδιού. Τρία γράμματα και δυο περαστικοί, πατέρας και γιος, είπαν, γυμνή τη βρήκανε, όπως τη γέννησε η μάνα της, ούτε ένα φύλλο συκής, να κάθεται ανακούρκουδα στην άσφαλτο, χειμώνας ήταν, μονάχα οι φλέβες της διαγράφονταν, σκυμμένη, έγραφε στο υγρό τσιμέντο μία λέξη: Σαν.__
photo mdnirob121, https://pixabay.com





























