Του διαπρεπούς Δημοσιογράφου Κώστα Σερέζη
<<Oλοκληρώνοντας σήμερα, ανήμερα της επετείου της 28ης Οκτωβρίου, την ανάγνωση του βιβλίου σου “Ελλάδα – ΟΗΕ” έχω την αίσθηση, τη βάσιμη αίσθηση, πως διεξήλθα μια επίτομη εγκυκλοπαίδεια των παντός είδους σχέσεων της χώρας μας με τον Διεθνή Οργανισμό.
Η μελέτη που επιχειρείς με γνώση, σοβαρότητα και κριτική ματιά του ΟΗΕ, όπως και οι σχετικές αποφάσεις του που δεν παραλείπεις να περιλάβεις πάνω σε θέματα της χώρας και του ευρύτερου ελληνισμού, τα οποία σχετίζονται με την εφαρμογή σ’ αυτά του διεθνούς δικαίου και των αποφάσεών του με βάση τον καταστατικό του χάρτη, έρχονται να δέσουν, συνοπτικά στη συνείδησή μας, με το πνεύμα, τις μνήμες και τους συμβολισμούς της σημερινής επετείου, ως κομβικό σταυροδρόμι στην πορεία μας ως έθνους, που εντείνουν το εθνικό φρόνημα. Οι αναφορές σου στις διαχρονικές προσπάθειες του ανθρώπου, από την ελληνική αρχαιότητα μάλιστα, για τη διαφύλαξη της ειρήνης, (αφού επιτευχθεί πρώτα) αποδεικνύουν ενδεχομένως πως η προσπάθεια αυτή είναι τιτάνια, αλλ΄ αξίζει τον κόπο να καταβάλλεται.
Η κάλυψη είναι επιγραμματική, δεν μπορεί άλλωστε να επεκταθεί κουραστικά και να γίνει ένα εχγειρίδιο μόνο για τους ειδικούς, αλλά είναι πλήρης, εύγλωττη και εποικοδομητική για τον απλό αναγνώστη που θέλει να είναι ενήμερος για όσα συμβαίνουν γύρω του που επηρεάζουν σε ύψιστο βαθμό τον τόπο του. H θέση σου ως Διευθύνοντα Συμβούλου του ΟΗΕ για την Ελλάδα (με έδρα την Αθήνα) κα με περιφέρεια κάλυψης το Ισραήλ και την Κύπρο, δεν επηρέασε την αντικεινικότητά σου, χωρίς βέβαια αυτό να είναι αυτονόητο, κρίνοντας και τον ΟΗΕ.
Σημειώνω την εκτίμηση που είχες στον ΓΓ Πέρεζ Ντε Κουέγιαρ, όπως και την κατ’ ιδίαν συνάντηση που του εισηγήθηκες μαζί μου, ένα μεσημέρι στου πάλαι ποτέ Ψαρόπουλου στη Γλυφάδα, κατά την τελευταία αποχώρησή του από την Κύπρο, καθ’ οδόν για τη Νέα Υόρκη, όπου μου είχε αποκαλύψει χρήσιμα στοιχεία για τους διαπραγματευτές της ελληνοκυπριακής πλευρά στο Κυπριακό Γεώργιο Ιωαννίδη και Τάσσο Παπαδόπουλο… Ενδελεχής, λοιπόν, είναι η ανασκόπηση που κάνεις του Κυπριακού.
Οι μύριες όσες φάσεις που έχει περάσει είναι αντικείμενο του προβληματισμού σου ακόμη και της προσωπικής σου θέσης, που διατυπώνεται σε πολλά σημεία, όπως π.χ. στην έκθεση του Γκάλο Πλάζα (σελ.81), που, όπως δικαίως συμπεραίνεις, “με ολιγωρίες αφέθηκε να ενταφιαστεί”. Με ήπιους τόνους, αλλά με εμφαντικό τρόπο, μεταφέρεις τις παρατηρήσεις σου και στις περιπτώσεις εκείνες, όπου έγινε προσπάθεια να παραγνωριστεί ο ΟΗΕ, ο οποίος όμως δεν γλυτώνει ούτε κι αυτός από ανάλογους σχολιασμούς, όταν παρουσιάστηκε άβουλος, ή σε αντίθεση με τις διακηρύξεις του. Συμπεραίνεις, λοιπόν, στη σελ. 85, “ότι η ΓΣ του ΟΗΕ υπήρξε βήμα σημαντικής επικουρίας για την υπόθεσή μας.
Ένα βήμα που ενώ συνεχώς αποφασίζουμε ότι πρέπει και πάλι να αξιοποιήσουμε, οι κατά καιρού κυβερνήσαντες μετά τον Μακάριο το εγκατέλειπαν υποκύπτοντας σε πιέσεις ξένων”. Αυτό το βιβλίο θα αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς για την εγκυρότητα και την αντικειμενικότητά του. Μπορεί το Κυπριακό να έχει τη μεγαλύτερη έκταση, για λόγους ευνόητους, η σφαιρική όμως κάλυψη και άλλων θεμάτων, όπως είναι το λεγόμενο Μακεδονικό, τα περιβαλλοντικά θέματα με έμφαση σ’ αυτά της Μεσογείου, και άλλα αρχειακής η πληροφοριακής σημασίας καλύψεις, όπως είναι το απάνθισμα ομιλιών Ελλήνων ηγετών οι οποίοι μίλησαν στον ΟΗΕ, δίνουν ευρύτητα στο σύγγραμμά σου.
Τα θέματα που αναπτύσσεις, κατατάσσουν το βιβλίο σου ως τη μοναδική στο είδος της περίπτωση, εξ όσων γνωρίζω βέβαια, της ελληνικής γραμματείας. Έχει δίκαιο κι έχουν αποδεικτική σημασία τα λόγια του πρέσβη ε.τ. και πρώην Διευθυντή του Διπλωματικού Γραφείου της Βουλής των Ελλήνων Ιωάννη Χριστοφίλη στον πρόλογό του, όπου ανάμεσα σε άλλα θεωρεί ότι το βιβλίο “Ελλάδα και ΟΗΕ” πρέπει να βρίσκεται στα χέρια κάθε διπλωμάτη, πολιτικού επιστήμονα κλπ.
Σ’ ευχαριστώ που κάνεις αναφορά και στο όνομά μου. Ευγενικό μεν, πλην όμως υπερβολικό, αγαπητέ Παναγιώτη.
Σε χαιρετώ,
Κώστας Σ.>>

















































