Ο κόσμος σήμερα τρέχει και βιάζεται. Βιάζεται να δουλέψει, βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα, να κρίνει, να γκρινιάξει, να πείσει τους γύρω του πως έχει βυθιστεί στη δυστοιχία και την κακομοιριά. Άνοιξε τα μάτια άνθρωπε και νιώσε ευγνωμοσύνη για όλα αυτά που η ζωή καθημερινά σου σερβίρει απλόχερα. Ζήσε αληθινά και άνοιξε λίγο χώρο στην καρδιά σου για την ευτυχία, προτού να είναι αργά…
Κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι τα λουλούδια,
το φως, τις εποχές, την ομορφιά.
Παιδιά να παίζουνε στης φύσης τα καλούδια,
με οδηγό την αγάπη, την τρέλα και τη λευτεριά.
Κλείνω τα μάτια και ακούω τη μουσική,
τη μουσική που ο αέρας μεταφέρει.
Ακούω τη νιότη να κραυγάζει ζωντανή
και έρωτα να μου προσφέρει.
Ακούω τη θάλασσα, τα κύματα και τον αφρό,
και προσπαθώ μαζί τους να γελάσω.
Βλέπω το ουράνιο τόξο να χαμογελά στον ουρανό,
και τείνω το χέρι να το πιάσω.
Βλέπω το φεγγάρι να κλείνει τα μάτια πονηρά
και να χορεύει παρέα με τ’ αστέρια.
Για να γιορτάσει του έρωτα τη χαρά
και να ενώσει παρηγορητικά τα χέρια.
Αχ κόσμε μου, ζωή μου!
Βλέπω τη μάνα μου να με γεννά απ’ τα σπλάχνα της,
τη βλέπω να με σφιχταγκαλιάζει.
Την οικογένεια να φορά τα γιορτινά για χάρη της,
και το Θεό μας να δοξάζει.
Αχ, άνθρωπε, είναι όμορφος ο κόσμος τούτος!
Βλέπω τα δέντρα να ανθίζουνε ξανά,
παρά τον πόνο και το κλάμα.
Να συγχωρούν τη χαμένη ανθρωπιά
και να προσφέρουν εκούσια το θαύμα.
Γεύομαι τα καλούδια τούτης της γης
και ο ουρανίσκος τρέχει μαγεμένος,
απαλλαγμένος από κάθε είδος ενοχής,
μέσα στις γεύσεις εκστασιασμένος.
Θυμάμαι τα ταξίδια μου τα μακρινά,
αυτά που μ’ έφερναν σε νέους κόσμους.
Τότε που η καρδιά γελούσε σαν παιδί ξανά,
και ξόρκιζε όλους τους φόβους.
Διαβάζω πάλι τα αγαπημένα μου βιβλία,
αυτά που στοίβαζα σε μια γωνιά,
συναντώ δασκάλους και φίλους στα θρανία,
και τους ανταποδίδω τη μεγάλη αγκαλιά.
Αχ άνθρωποί μου, με διδάξατε τόσα πολλά!
Θυμάμαι τα ζευγάρια μεσ’ στα αμάξια,
ανάμεσα στου δρόμου τη βαβούρα
και την κίνηση να ανεβάζουνε τα τζάμια
και με τη μουσική στης ζωής τις νότες να δίνουν θύμιση.
Φορώ ξανά τα όμορφά μου ρούχα,
αυτά που είχα πάντα σε αφθονία.
Και τα πόδια μου ντύνω με λευκά παπούτσια
προτού τρέξω έξω με μανία.
Κάθομαι στου σπιτιού τη ζεστασιά
τις κρύες νύχτες του χειμώνα,
με μια κουβέρτα αγκαλιά στο ολόδικό μου καταφύγιο
που με είχε μόνιμο θαμώνα.
Γράφω ξανά στα τετράδια που είχα από παιδί,
στο ημερολόγιο που κρατούσε κάθε μου σκέψη.
Και με τα μάτια περνώ πάνω από κάθε του γραμμή,
αφήνοντας νοσταλγικό δάκρυ να το μουσκέψει.
Και τώρα να, βλέπω ένα φως,
ένα φως αλλιώτικο που βγαίνει απ’ το σκοτάδι.
Αχ εαυτέ, γιατί δεν τα ‘βλεπα όλα αυτά νωρίτερα;
Γιατί με άφησα να ζω μεσ’ στη μιζέρια
και την πάλη;
Και τώρα να, η τελική πνοή…
photo Pezibear / https://pixabay.com
















































