Η αιώνια πάλη του καλού και του κακού. Η ελπίδα, η αγάπη, το ψυχικό σθένος, τα όνειρα, η αισιοδοξία, όλα όσα μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο και ζωντανό, ολοένα και πιο συχνά απειλούνται από την κακία, το φθόνο, τη ματαιοδοξία που, μασκαρεμένα και δειλά, προσπαθούν να ματώσουν τον άνθρωπο και τη ζωή. Μα το καλό πάντα θα βρίσκει τον τρόπο να τρυπώνει πίσω στην καρδιά. Το μόνο ερώτημα είναι πόσο γρήγορα ο άνθρωπος θα του ανοίξει την πόρτα…
Είδα το φως στον κήπο μου και του ‘γνεψα να το φιλέψω,
μα εκείνο κοντοστάθηκε και μου ‘βγαλε τη γλώσσα.
«Δεν έχεις τίποτες καλό εσύ να μου προσφέρεις»,
είπε και άλλαξε ματιά και τάχυνε το βήμα.
Το πίστεψα τότε κι εγώ,
το ‘βαλα στην καρδιά μου,
έσκυψα κεφάλι και μυαλό και σφράγισα την πόρτα.
Μήτε προσέφερα ξανά μήτε και βγήκα έξω.
Ώσπου το σώμα ζάρωσε και η καρδιά μαράζωσε
και πια δε με βαστούσε.
Κάλεσα τότε την Αγάπη,
της είπα «σε χρειάζομαι πριν αφεθώ στο τέλος,
έλα και γκρέμισε την πόρτα,
να μου κρατάς το χέρι».
Και ήρθε η καλορίζικη, έτρεξε να με εύρει,
μου φίλησε το μέτωπο γλυκά
και μ’ έβαλε σε κλίνη από λουλούδια.
Και λίγο πριν την τελευταία καληνύχτα,
όμορφο παραμύθι μου ψιθύρισε.
Περιπλανιόταν λέει ο Φθόνος ο δολερός από χωριό σε χωριό,
περνούσε έξω από σπίτια.
Ντυμένος στα λευκά να δεις,
παρίστανε το Άγιο Φως και αράδιαζε κακίες,
και σε σακί κουβάλαγε κλεμμένες τις ελπίδες.
Ώσπου ο σάκος έσπασε,
δεν άντεξε το βάρος και από τα χέρια γλίστρησαν όλα τα κλοπιμαία.
Και οι ελπίδες τρέξανε να βρουν τ’ αφεντικά τους,
να τους ζεστάνουν την καρδιά,
να ανοίξουνε τα μάτια,
να μην περάσουν μοναχοί στης γης τον άλλον κόσμο.
photo Kisalay1 / https://pixabay.com
















































