Σαν νύχτωνε τα Σάββατα,
έσερνε εκείνη ένα χάχανο,
δροσερό σαν αφόρετο παπούτσι,
καθώς τα φτερά της έτριζαν στην αύρα,
κι από το δρόμο ένας αχός,
άνθρωποι και Κένταυροι συγκρούονταν τυχαίως,
το ποδοβολητό απ’ τις οπλές τους,
και τα ελεεινά ερίφια από τις παρακείμενες στρούγκες,
αιωνίως διψασμένα.
Η φωτεινή μέρα που κατέληγε
μες στην στενή θαλάμη,
ενώ στην κουζίνα τα χνούδια σβούριζαν,
λες κι ήμασταν κάνας αγρός Πρωτομαγιά.
Τηγάνια και τυριά καμένα και
μια σεληνιακή αιθάλη,
πικρή σαν αψύ αμύγδαλο,
και το θρασύ ελαιόλαδο
που άναβε στο στήθος της,
σαπωνοποιημένο.
Εκεί που ’χα δαγκώσει,
ξεφύτρωνε χρυσίζον,
ντροπαλά,
το πλέον νόστιμόν μου ήμαρ.
photo agata822 / https://pixabay.com
















































