Ο Γεώργιος Κ.Κακριδάς στο βιβλίο του, «Μεγαλώνοντας Κάτω από την Μπότα των Ναζί και στον Εμφύλιο», καταφέρνει μέσα από μια συγκλονιστική αυτο-βιογραφική αφήγηση να γυρίσει το χρόνο πίσω στις μαύρες μνήμες της ελληνικής ιστορίας και να ξεγυμνώσει την ωμή πραγματικότητα της βιαιότητας του πολέμου μέσα από τα αθώα μάτια και την ευγενική ψυχή ενός παιδιού.
Με γραφή λιτή και ρεαλιστική ερχεται να παραθέσει σκληρές εικόνες και να ρίξει φως σε ιστορικά γεγονότα από τη Ναζιστική εισβολή έως τον αιματηρό Ελληνικό Εμφύλιο πολεμο. Κι ενώ οι μνήμες από εκείνα τα χρόνια μαρτυρούν πως τα νήματα ήταν βαθιά βουτηγμένα στο αίμα και την αδικία, το βιβλίο του Γεωργίου Κ.Κακριδά καταφέρνει να αναδείξει κι άλλες αξίες της τότε ελληνικής πραγματικότητας, που δυστυχώς στις μέρες μας τείνουν να εξαλειφθούν.
Η αφήγηση ξεκινά τοποθετώντας τον αναγνώστη στην ημέρα της εισβολής των Γερμανών κατακτητών Ναζί στα Βρέσθενα, ένα μικρό ελληνικό χωριό απ’ όπου καταγόταν και ζούσε ο συγγραφέας. Μια μέρα που σφράγισε μια καινουρια πραγματικότητα για τους κατοίκους του μικρού μα ευτυχισμένου αυτού μέρους, την ημέρα που η ζωή στα Βρέσθενα κλάπηκε βίαια και, μαζί με τη ζωή των περισσότερων χωριών στην Ελλάδα, δεν επιστράφη ποτέ αλλάζοντας μια για πάντα το κέντρο βάρους της χώρας. Όπως εύστοχα παραθέτει ο συγγραφέας, η λήξη των αλλεπάλληλων πολέμων, με αποκορύφωμα τον Ελληνικό Εμφύλιο, τραυμάτισε ανεπανόρθωτα την ανάπτυξη των ελληνικών χωριών. «Τα επόμενα χρόνια θα υπάρχουν ελάχιστοι -αν υπάρχουν επαναπατρισθέντες την ημέρα της γιορτής και είναι ένα μόνο από τα πολλά ελληνικά χωριά που έχουν πεταχτεί έξω από τη χώρα. Είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς πώς θα ήταν η Ελλάδα χωρίς αυτά τα χωριά. Τα χωριά ήταν η Ελλάδα για τους περισσότερους Έλληνες που γεννήθηκαν στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, είτε ζούσαν στην Αθήνα, είτε στο Γιοχάνεσμπουργκ, είτε στη Στουτγάρδη, είτε στη Νέα Υόρκη, είτε στο Ρίο. Ο χαρακτήρας και το μέλλον τους διαμορφώθηκαν από την ανατροφή τους στη μικρή πόλη. Οι περισσότεροι Έλληνες δεν θέλουν να επιστρέψουν στις γενέτειρές τους, αλλά δεν θα ξεχάσουν ποτέ τις παιδικές τους αναμνήσεις, συμπεριλαμβανομένου και του συγγραφέα του παρόντος».
Η ιστορία συνεχίζεται με την περιγραφή της καθημερινότητας των κατοίκων των Βρεσθένων πριν από την εισβολή των Ναζί. Κι εκεί ο συγγραφέας καταφέρνει -άθελά του ίσως- να προκαλέσει εξίσου μεγάλες συγκινήσεις, υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη το πραγματικό κι ανεπιτήδευτο πρόσωπο θεμελιωδών αξιών. Αξιών όπως ο σεβασμός στην οικογένεια και τη φύση, η συμπόνια προς το συνάνθρωπο, η γενναιοδωρία, ακόμα κι όταν τα αγαθά ήταν ελάχιστα και δύσκολα αποκτώμενα, η φιλία, στην καθαρή κι αγνή μορφή της αγάπης που δε ζητά ανταλλάγματα, η χαρά ως απότοκο της αναγνώρισης πως τα πιο μικρά κι απλά πράγματα ήταν και τα πιο πολύτιμα, και τέλος η ευγνωμοσύνη, το εγκάρδιο ευχαριστώ για την υγεία και την ύπαρξη έστω και λιγοστού φαγητού μέσα στο πιάτο.
Ο συγγραφέας συνεχίζει την ιστορία του παραθέτοντας άγνωστες πτυχές για τις Ναζιστικές θηριωδίες και την αμφεταμίνη, το «Μυστικό όπλο του Χίτλερ», που έρχονται να σκιαγραφήσουν ένα νέο -για πολλούς- προφίλ του Γερμανού δικτάτορα. Στη συνέχεια, ο Γεώργιος Κ.Κακριδάς ακολουθεί με τις αμαυρωμένες αναμνήσεις του εφηβικού μυαλού την πορεία του Ελληνικού Εμφυλίου πολέμου, του πιο βάναυσου πολέμου στην ιστορία
του ελληνικού λαού που οδήγησε στο θάνατο και τον ξεριζωμό χιλιάδων Ελλήνων. Και στα σημεία αυτά, η αφήγησή του κόβει την ανάσα. «Αυτό που δεν περιμέναμε να δούμε οι φίλοι μου και εγώ ήταν αυτό που οι στρατιώτες μας κουβαλούσαν μαζί τους. Ήταν το πιο αποτρόπαιο θέαμα που είχαμε δει ποτέ με τα αθώα νεανικά μας μάτια: εννέα ακέφαλα σώματα, διάτρητα από σφαίρες, παραμορφωμένα μέχρις αγνώστου. Τα σώματα των σκοτωμένων ανταρτών, που μεταφέρονταν πάνω σε σκάλες σαν νεκρές αποσκευές, και τα κεφάλια τους μέσα σε σάκους σαν καρπούζια»…«Η ελληνική κυβέρνηση θέσπισε νόμο αμνηστίας το 1982. Ο νόμος 400/76 επέτρεψε στους Έλληνες πολιτικούς εξόριστους που είχαν εγκαταλείψει τη χώρα κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου να επιστρέψουν και να επαναπατριστούν. Σύμφωνα με υπουργικό διάταγμα, μόνο «όλοι οι Έλληνες κατά γένος που έφυγαν στο εξωτερικό ως πολιτικοί πρόσφυγες κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο του 1946-1949» μπορούσαν να επιστρέψουν στη χώρα. Οι Βούλγαροι και οι εθνικά Μακεδόνες, οι οποίοι δεν ήταν «Έλληνες κατά γένος», αποκλείονταν επίσης. Ήταν το πιο καταστροφικό, οδυνηρό και αξέχαστο έγκλημα πολέμου για τον ελληνικό πληθυσμό, ιδιαίτερα για τους γονείς που είδαν τα παιδιά τους να απομακρύνονται με τη βία και να μην τα ξαναβλέπουν ποτέ. Κάποιοι επέστρεψαν πολλά χρόνια αργότερα, αλλά δεν μπορούσαν πλέον να τα αποδεχτούν ως παιδιά τους, επειδή η ιδεολογία τους και, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις δεν ήταν πλέον οι ίδιες με αυτές που είχαν πριν από την απαγωγή τους. Αυτή η σκληρή απαγωγή και η επιστράτευση των παιδιών σε στρατιωτική θητεία έγινε γνωστή ως «Παιδομάζωμα».
Τα τελευταία κεφάλαια εξιστορούν τα επακόλουθα του Εμφυλίου πολέμου μετά την ήττα των Κομμουνιστών Ανταρτών, την προσπάθεια επανένταξης των κατοίκων των Βρεσθένων στην προ-πολεμική καθημερινότητα, και τις ατέρμονες στιγμές αγωνίας μέχρι την πολυπόθητη έγκριση της αίτησης για Βίζα και την μετεγκατάσταση στην Αμερική, τη χώρα της δεύτερης ευκαιρίας.
Ο Γεώργιος Κ.Κακριδάς, μέσα από την εξιστόρησή του, καταφέρνει να αναδείξει ένα ακόμη σημαντικό αγαθό της τότε εποχής, που σήμερα φαίνεται να κρύβει την πραγματική του υπόσταση κάτω από αμέτρητες στρώσεις φαντασμαγορικών ρούχων. Η ελληνική παιδεία στα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου ξέφευγε από τη γραφή, την ανάγνωση και τους επίσημους τίτλους. Οι άνθρωποι αποκτούσαν σοφία μέσα από τη συνεχή παρατήρηση, τις ερωτήσεις και την ενασχοληση με όλων των ειδών τις τέχνες κι εργασίες.
Το βιβλίο «Μεγαλώνοντας Κάτω από την Μπότα των Ναζί και στον Εμφύλιο» του Γεώργιου Κ.Κακριδά αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο από κάθε Έλληνα που οφείλει να γνωρίζει την ιστορία και τα ιδανικά των αγωνισθέντων της πατρίδας του, μα κι από κάθε άνθρωπο που αγκαλιάζει το ιδεώδες της ελευθερίας και αντιτάσσεται σθεναρά στη βαναυσότητα του πολέμου. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία που βρίθει συναισθημάτων και έντονων σκηνών που πρόκειται να μείνουν για πολύ καιρό χαραγμένα στη σκέψη.