Λίγο φως λαχτάρησα
για να μπορώ να βαδίζω τις νύχτες τις δύσκολες
που κυκλοφορούν οδύνες ασέληνες
και μοσχοβολούν με τα μεθυστικά των ναρκίσσων τα αρώματα
Λίγο φως λαχτάρησα
κληρονομιά και κληροδότημα
επιθυμιών υψιπετών
βουλευμάτων ανίκητων
Λίγο φως από της ανατολής τα αμαρτωλά τα κρεβάτια
το από χρόνια επενδυμένο σε κοιμωμένες Χιονάτες
που ξυπνούν με φιλιά εστεμμένων πριγκίπων
και ύστερα τρέχουν παρθένες ξυπόλητες
σε παρτέρια αξόδευτων κήπων,
ακυρώνοντας υπογραφές που χαράχτηκαν
σε προδοσίας συμβάσεις εφήμερες.
Στη μέση του ουρανού
στη μέση του πουθενά
στη μέση του απείρου
στο βωμό του πάντα
Λίγο φως λαχτάρησα
για να ανοίξω επιτέλους παράθυρο
να μοιράσω της ψυχής μου τα ψίχουλα
να καταλαγιάσει της πείνας το αίσθημα
Λιμοκτονούν οι ψυχές και ας αναλώνονται τα συναισθήματα
σε πρόχειρα και γρήγορα γεύματα
Λίγο φως σαν του ουρανού το Μάννα λαχτάρησα
ανέφελα ταξίδια να κάνω
Μα είναι και κείνες οι ώρες της κάθαρσης
που μιας βροχής ιερής περιμένω τις στάλες
Να πέσουν ασύστολα, με ερώτων διάθεση
στης ψυχής τους βωβούς σταλαγμίτες
Είναι κι αυτές, οι στιγμές τεκτονικών σεισμών
Που το μάγμα της ψυχής τελεί υπό πλήρη σύγχυση
μα υπακούει σεμνά και σχεδόν με αδράνεια
στους κανόνες και τους νόμους του ανθρώπου
Ολόκληρη η ζωή μια πλατεία Ομονοίας.
8/5/2023
photo Image license by freepik.com

















































