Γονάτισε στο μεγαλείο της θάλασσας και πάλι
Σχημάτισε το σημείο του σταυρού με τα ακροδάχτυλά σου
Την ώρα που ένα βιολί την ακοή πλανεύει, τραβώντας τη
από τον αναστεναγμό της γης και του ανθρώπου
Σχημάτισε τη λέξη «σ΄ αγαπώ» στις ρωγμές των βράχων
Και άσε την εκεί, να αντανακλάται πάνω της το φως του ήλιου
Να τη χαϊδεύει απαλά η αλμύρα της θάλασσας
Να ξαποσταίνουν πάνω της ζευγάρια γλάρων και χελιδονιών.
Ετούτη η γύμνια ποτέ δεν μας τρόμαζε, ποτέ δεν μας ντρόπιαζε
Πάνω στις πέτρες γλιστρούσε η σάρκα ηδονικά
Τις νύχτες άλικα τριαντάφυλλα βάφαν κόκκινα τα όνειρα
Όταν τις μέρες γκρίζα πέπλα σκέπαζαν πεισματικά τους ουρανούς
άλλων ανθρώπων, άλλων ζωών, άλλων ονείρων.
Πορεία ακύμαντη προς Εμαούς πια δεν θα ξανάβρεις.
Δύσκολη εξίσωση ο έρωτας, πολλούς αγνώστους πρέπει
να αντικαταστήσουμε για να΄ βρουμε γαλήνη και ηρεμία
πλέκονται οι μοίρες των ανθρώπων, συμπλέουν οι τύχες των λαών,
βουλιάζουν προσδοκίες σαν τα θεμέλια είναι από σκέτη λάσπη.
Είδωλα γκρεμισμένα
Δάφνες μαραμένες
Δάκρυα ποταμού ροή
Αποφάσεις των αθανάτων
πληγές των θνητών που κακοφορμίζουν.
Αγάπη κι ελπίδα ομόκεντροι κύκλοι γυρίζουν
Άκουσε τους ήχους της σιωπής, άγγιξε τα χέρια
τα βουτηγμένα σε σκουριά κι απόγνωση
Κι ύστερα σφίξε το δικό μου χέρι με δύναμη
κρατώντας το στο μέρος της καρδιάς με ουράνια θέρμη
Τα «σ΄ αγαπώ» αργούν πολύ να σβήσουνε απ΄ τις ρωγμές των βράχων.
photo by MaxWdhs, https://pixabay.com















































