Ι
Καράβια τα Ιόνια στου χρόνου την ομίχλη
Στις παπαρούνες μέλισσες
κι όστρακα στο βυθό
να μου θυμίσεις θέλησες
μακριά τους θα χαθώ.
Μα τα μετρώ τα λόγια μου
σαν άστρα μοιάζουν Τζόγια μου.
II
Κι οι ναύτες μας προσεύχονται στ’ αμάραντο το δάκρυ
κι ο καπετάνιος έρωτας στο πόστο το ιερό.
Μες στις φωλιές τους ιστορούν,
γεννούν την αρμονία
και ψάχνουν τ’ ακατόρθωτο
δώρο στον αδελφό.
ΙΙΙ
Καράβια τα Ιόνια στου χρόνου τη σοφία.
Μπουνάτσες ονειρεύονται για να ’χουν ξαστεριές.
Κι ένα παιδί γλαρόπουλο σημαίες ανεμίζει
βάζει φωτιά στα πέλαγα να ’ρθουν καλοκαιριές,
στου Αη Γιάννη τη γιορτή το δίκαιο οπλίζει
για να σκοτώσει τ’ άδικο και τις αναποδιές
ν’ ανθίσουν τα χαμόγελα ν’ ανοίξουν οι καρδιές.
IV
Καράβια τα Ιόνια στου χρόνου λιμάνια
κι οι Άγιοι πατέρες μας φάροι στην κουπαστή.
Ες αεί το Ιόνιο
Βότσαλα σας φιλώ.
Χαϊδεύω τους βράχους τους δαρμένους
απ’ την οργή των κυμάτων.
Η ανάμνηση δάκρυ που στάζει
στον ανθό και στο αλάτι.
Αθάνατοι οι πρόγονοί μας.
Αθάνατα τα λόγια και τα όνειρα.
photo by Kanenori, https://pixabay.com















































