(Συνέχεια)
Η ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ:
Δ ΚΥΚΛΟΣ
Ξεκίνησαν πήγαιναν πολύ σίγα για να τους
αφήσει η Μάγδα να απολαύσουν την διαδρομή
για την Πόλη.
Περνούσαν μέσα από κάτι καταπράσινα δέντρα
ήταν τόσο ψηλά με πυκνές φυλλοσιές που
αδυνατούσαν οι ακτίνες του ήλιου
να περάσουν από μέσα,δίπλα από τον δρόμο
περνούσε ένα ποτάμι κι έδινε ζωή στο δάσος,
όλη η ομορφιά της φύσης μπροστά στα μάτια τους.
Δεν ήταν μακρυά η πόλη κι έφτασαν γρήγορα,
μια επαρχιακή πόλη κρυμμένη μέσα στα δέντρα,
όλα τα σπίτια μονοκατοικίες με φαρδύς δρόμους
και πολλές πλατείες.
Στους δρόμους κυκλοφορούσαν λίγοι άνθρωποι,
γιατί αυτή την ώρα ήταν όλοι στις δουλειές τους,
πάρκαραν και κατέβηκαν απ το Τζιπ.
Τους οδήγησε η Μάρθα σ ένα πολυκατάστημα για
ν αγοράσουν τρόφιμα και ότι άλλο χρειαζόταν
για το Σπίτι.
Μπήκαν μέσα από μια τεράστια πόρτα που άνοιξε
μόνη της όταν τη πλησίασαν.
Πρώτη φορά έμπαιναν σ ένα τέτοιο κατάστημα,
σαν Λυκόσκυλα δεν τους άφηναν μέσα.
Όταν ερχόταν ο βοσκός να ψωνίσει τους άφηνε
να τον περιμένουν στην καρότσα του φορτηγού.
Ενώ η Μάρθα ψώνιζε ο Τζων,ο Τιμ και η Λίζα
γυρνούσαν μες το κατάστημα και κοίταζαν
ρούχα,τροφές ΚΛΠ που δεν τα είχαν δει ποτέ.
Η Μάρθα είχε τελειώσει τα ψώνια της τα είχε
φορτώσει πάνω σ ένα μεγάλο καρότσι μέχρι
επάνω
με διάφορα τρόφιμα και άλλα, πήγε κοντά της
ο Τιμ και βοήθησε με το καρότσι τη Μάρθα
να πάει στο ταμείο.
Μπήκαν στην ουρά,είχαν μπροστά τους αρκετά
άτομα,
κάθισαν και περίμεναν να έρθει η σειρά τους
για να πληρώσουν.
ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα στο
κατάστημα πέντε άτομα που φορούσαν όλοι
μαύρες κουκούλες έβγαλαν πιστόλια και πήγαν
προς τα ταμεία και ένας που φαινόταν αρχηγός
φώναξε όλοι κάτω ληστεία.
Όλοι έπεσαν στο έδαφος εκτός από τον Τζων,
τον Τιμ,την Λίζα και τη Μάρθα.
Εσείς γιατί δεν παίσατε κάτω φώναξε ο αρχηγός
και σήκωσε το όπλο του να χτυπήσει μαζί
μ άλλους δυο ληστές τον Τζων και τον Τιμ,
δεν πρόλαβαν καν να σηκώσουν τα χέρια τους,
η Λίζα κτύπησε τα δάχτυλα της και σταμάτησε
το χρόνο,τα πάντα πάγωσαν,οι ληστές έμειναν
με τα χέρια τους ψηλά και τα πιστόλια
να αιωρούνται πάνω απ τα κεφάλια του
Τζων και του Τιμ.
Τα αγόρια σε νεκρό χρόνο έτρεξαν και αφόπλισαν
όλους τους Ληστές και μετά τους έδεσαν
χέρια και πόδια.
Η Λίζα που είχε το χάρισμα της μάγισσας από
την Ερασμία ξαναχτύπησε τα δάκτυλα της και
αμέσως ξανά-κύλισε ο χρόνος.
Κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα,μόνο είδαν
τον Τζων και τον Τιμ να βάζουν τους δεμένους
ληστές τον ένα δίπλα στον άλλο.
Αμέσως όλοι τους χειροκρότησαν, η Μάρθα
πλήρωσε
ότι είχε αγοράσει και είπε στα παιδιά σιγανά,
πάρτε τα τρόφιμα και γρήγορα στο Τζιπ,λέγοντας
στην Ταμία, πάρε τηλέφωνο την Αστυνομία να
έρθει
για να τους συλλάβει.
Φύγαν γρήγορα φόρτωσαν τα ψώνια στο Τζιπ
και ξεκίνησαν,ενώ από μακρυά ακουγόταν η
σειρήνα
του περιπολικού της Αστυνομίας.
Δεν έπρεπε να μας δουν τους είπε η Μάρθα
και πάτησε το γκάζι.
Τα τρία αδέλφια είχαν κάνει την αρχή,
είχαν πιάσει πέντε Ληστές, κοιτάχτηκαν χωρίς
να πούνε τίποτα,μόνο χαμογέλασαν και πήραν
το δρόμο όλοι μαζί για το Σπίτι.
(Συνεχίζεται)
photo Walterssk, https://pixabay.com

















































