Ναυάγιο το κρεβάτι μας στου δωματίου τον πάτο.
Δεν ήρθες.
Την ώρα την αγαληνή σιμώνω,
την εύπλοη,
όλο πιο κάτω στο βυθό ενός σπιτιού βουλιάζω.
Ασπροβολάει ακόμη ο τελευταίος ασπασμός σου
φεγγίζει την αχλή του κόσμου
να ξαστερώσει το δωμάτιο,
να ξαστερώσει τον ύπνο.
Εγώ στο άλμπουρο μιας φιλάγρυπνης αγάπης κυανίζω
να δεις πως ξέρω να ποντοπορώ σε ώρα ακυβέρνητη
και να ’ρθεις πίσω.
Κραδαίνει ο κόσμος δίχως εσένα,
ακούς;
Ανταριεύει.
Τρύπιο το κύτος του κρεβατιού μας
παίρνει κλίση να μπούνε μέσα ύδατα έρωτα ανάβαθου.
Εγώ ποτέ μου δε φοβήθηκα τους ύφαλους
κάτω απ’ το μαξιλάρι μας.
Πάντα λοξά ή ίσια γλίτωνα
να ξημερώσουμε μαζί σε αυγινό φως
να σου γλείψω το αλατισμένο δέρμα,
να μου χαϊδέψεις τα λιοπερίχυτα μαλλιά,
να πατήσουμε γη που οι άλλοι δε μπόρεσαν.[ 36 ]
Ωκεάνιε άντρα,
θαλασσοκράτορες ήμασταν της άμπωτης και της παλίρροιας
ενός ακύμαντου σπιτιού.
Τίποτα ετούτο το σκαρί δεν το χτυπούσε.
Τώρα η αταξίδευτη ζωή μας, νερό
και το κατάπια όλο εγώ.
Σήμα κινδύνου δεν εκπέμπω,
αφού εσύ δεν ήρθες.
Είναι αργά.
Το αμπάρι γέμισε.
Κοπήκαν τα σκοινιά.
Μία σανίδα κρεβατιού απέμεινε
μα ούτε πιάνομαι για να σωθώ.
Τη θάλασσα ραβδίζω που πήρε τα τελευταία δάκρυα μαζί.
Ήταν δικά μου.
Ήταν αλίπληκτου έρωτα.
Έμεινε για ανέλκυση ένα αδειανό κρεβάτι.
Εσύ δεν ήρθες.
Έστω τα μάτια να μου σφαλίσεις
άλλο να μην ρωτούν που δε με γλίτωσες.
Εγώ κατόρθωσα μονάχα το οριστικό.
Λείψανο γυναικός ανεσύρθη στις έξι το πρωί.
Δεν ήρθες να περισυλλέξεις ούτε αυτό.
photo graham5399, https://pixabay.com

















































