Ηλία Ηλιόπουλου, ο στίχος της ημέρας 27-4-26
(ανταποκριτή μας)
Μου στροβίλιζε επίμονα ένας κουρασμένος ήχος.
Μέσα στα αυτιά μου, σαν παλιός μου στίχος.
Μου έφερνε στη μνήμη, στίχο πεπαλαιομένο.
Και το μυαλό μου να επιμένει, σε κάτι ξεχασμένο.
Χθες το βράδυ σε ένα όνειρό μου.
Ξαναμπήκα στο Γραφείο το παλιό μου.
Έζησα ξανά μια θλιβερή ιστορία.
Που την είχα με μία απρόσμενη Κυρία.
Σαν σήμερα χίλια εννιακόσια εννενήντα δύο.
Πολεμούσα μοναχός μου σε ένα άγνωστο πεδίο.
Απεφάσισα απόψε να σας την διηγηθώ.
Μήπως από τον βασανιστικό τον ήχο λυτρωθώ:
Μου τηλεφώνησε μία αγαπημένη μου κυρία.
Φίλη μου αδελφική, από Απρίλιο εξήντα εφτά,
Δεν την έχω ιδεί ποτέ αξίζει του Κόσμου τα λεφτά:
«Άκου να χαρείς λατρεμένε μου Ηλία,
Στην ατέλειωτή αγνή μας τη Φιλία.
Η κατάσταση είναι τραγική.
Θα σου στείλω μια όμορφη κυρία.
Η ίδια είναι μία θλιβερή Ιστορία.
Κάνε για αυτήν ό,τι εσύ μπορείς.
Ό,τι κάνεις στην ψυχή σου θα το βρεις».
Μου ήρθε στο γραφείο μια γυναίκα.
Αν την έβλεπα διαφορετικά θα της έβαζα δέκα.
Και ας λαμποκοπούσε ολοκληρωτικά από θλίψη.
Σαν όλα στη ζωή της, να της έχουν λείψει.
«Έρχομαι κύριε» και μου λέει, με μια φωνή.
Που δεν ξεχωρίζεις εάν κλαίει ή αν θρηνεί.
«Από την κυρία, έχετε κύριε πολλά φιλιά.
Ψάχνω για να βρω κι εγώ μία δουλειά.
Έφτασα φεύγοντας κρυφά από τη Ρωσία.
Λες και είχα κάνει την χειρότερη προδοσία.
Εκεί ζούσα ως μία απάνθρωπη απουσία.
Σας το λέω με όλη την ειλικρινή μου παρουσία.
Έχω κύριε στην Ελλάδα σας, περίπου δύο χρόνια.
Κάνω δουλειές με φούστες και με πανταλόνια.
Πρώτη δουλειά έπιασα εδώ σε αμερικάνικη Εταιρεία.
Ήθελαν έναν να ξέρει ρωσικά και με ρωτούσε η κυρία
Σε ποιά Τράπεζα έχω τα τραπεζικά μου βιβλιάρια.
Αν θέλω τα λεφτά μου σε δραχμές ή σε δολάρια.
Επειδή δεν ήξερα τί είναι αυτά της απάντησα πως.
Για εμάς δεν τα έφτιαξε αυτά ακόμα ο Θεός.
Της λέω μου είπανε να μου τα δώσετε μαύρα.
Μαύρα; Δεν έχω δει χαρτονομίσματα μαύρα.
Την διαφώτισαν στο υπουργείο Οικονομικών.
Με πλήρωσε στο χέρι μέχρι το τελευταίον λεπτόν.
Μιλάω κύριε τα Ελληνικά σαν τη μαμά σας.
Και το νερό θα το πίνω στο όνομά σας.
Πίσω μου άφησα παιδιά και εγγόνια.
Τα σπιτικά ανοιξιάτικά μας χελιδόνια.
Που κοιμούνται πολλά βράδια νηστικά.
Είναι όπως τα δικά σας όμορφα. Μοναδικά!
Όμως ποτέ εμείς δεν είδαμε, όνειρα γλυκά.
Μου είπε κύριε η φίλη μας η καλή κυρία.
Ότι μου είστε η πιο καλή μου ευκαιρία.
Ήρθα εδώ λαθραία με τίποτα και δίχως όλα.
Και με όλα του Κόσμου τα κακά.
Φούρνος θα ήτανε, αν εύρισκα μία φραντζόλα.
Το ξαναλέω, ήρθα με όλα του Κόσμου τα κακά».
«Αυτά λοιπόν για μένα σας είπε η κυρία Νότα!
Θα της τα έλεγα εγώ ακριβώς, τα ίδια πρώτα».
Μίλαγε τόσο παγωμένα.
Που με ξεπάγιασε κι εμένα.
Καθότανε κουβάρι μπερδεμένο μαζεμένη.
Στου καναπέ εκεί την μακρινή την άκρη.
Τόσο όμορφη που δεν γινότανε να είναι πονεμένη.
Άκουγα αυτής, την καρδιά δυνατά που έκλαιγε.
Κι εγώ με το δάχτυλό μου συγκρατούσα το δάκρυ.
Τί έκρυβε μέσα στο κλάμα της τί άραγε να έλεγε.
Μετακίνησα την γραφομηχανή μου από αμηχανία.
Σηκώθηκα, ανοίγω το ψυγείο του γραφείου.
Από μια ανίατη αγχώδη γαλήνια ταραχώδη ανία.
Προσπαθούσα να βγω από τη δύσκολη τη θέση.
Χαμένος σαν μπρος σε ένα μνήμα νεκροταφείου.
Που τίποτα δεν μπορεί να σου αρέσει.
«Μην ανησυχείς, δουλειά θα βρούμε».
Ήθελα να της το ειπώ τόσο γλυκά.
Που ας το έπαιρνε και ερωτικά.
Της το είπα όμως αφηρημένα.
Το μόνο που έβγαινε εκείνη τη στιγμή από μένα.
«Μην ανησυχείς δουλειά θα βρούμε».
Το ξανά είπα έτσι αστεία, για να χαρούμε.
«Κι ας είναι χιλιάδες σαν κι εσένα.
Που ψάχνουνε απελπισμένα».
Αυτό το σκέφθηκα, δεν της το ξεστόμισα.
Θα ήταν καταστρεπτική βολή σε ό,τι οικοδόμησα.
«Μην ανησυχείς δουλειά θα βρούμε,
Είναι ωραία χώρα η Ελλάδα.
Έγινε βέβαια από λαούς…Σαλάτα.
Να σε κεράσω μια πορτοκαλάδα!
Δεν έχω ποτήρια, φλυτζάνια και πιάτα.
Από το μπουκάλι, γργργρρρ, για την Ελλάδα.
Όπως το μοσχαράκι ρουφάει από την αγελάδα».
Το βλέμμα της όμως έχει παγώσει, έχει σταθεί.
Ακίνητο, απλανές, θολό και απύθμενα βαθύ.
Πάνω σε μία μικρή χρωματιστή σοκολάτα.
Που έχω στο Γραφείο μου, τόχω και ως τραπέζι.
Το μάτι της κολλημένο ανοιγοκλείνει και ψιλοπαίζει.
Κοιτάζει τη σοκολάτα σαν να είναι διαμάντι.
Και ευθύς εγώ με επιτυχία της έκανα το μάντη.
Τον μάντη τον αρχαίο τον τυφλωμένο γέρο.
Τον Τειρεσία τον Θηβαίο και της την προσφέρω.
Την παίρνει και μ’ αγάπη, την ξανακοιτάει.
Στην αγκαλιά τη χιλιοφιλοσφιχτοκρατάει.
Και σαν τρελή εξαγγελτικά κάτι μου λέει.
Δεν καταλαβαίνω αν πικρογελάει ή γλυκοκλαίει:
«Θα τη στείλω στα εγγόνια μου.
Εγώ δεν την είδα όλα τα χρόνια μου.
Ούτε κι αυτά ποτέ είχαν αγκαλιά μια σοκολάτα.
Γλυκασιά ακούγαμε, «η φλούδα από γλυκοπατάτα».
Την ψιθυρίζανε τα παιδάκια τα καημένα.
Μα λέγανε «είναι καπιταλιστικά κι απαγορευμένα».
Μεσολάβησε μία βαριά, αμέτρητη σιωπή.
Τόσο ασήκωτη όσο μία ατσάλινη ντροπή.
Πήραμε από μια αναπνοή, είπαμε κάποια λόγια.
Μονότονα, σαν αυτά που λένε διαρκώς τα ρολόγια.
Έφυγε η κυρία δείχνοντας εμφανώς ευχαριστημένη.
Λες και πρώτη φορά κάποιος της μίλαγε.
Χωρίς να είναι απολύτως υποχρεωμένη.
Να ακούει όσα ο κάποιος της πιπίλαγε.
Για να βρει δουλειά ξεχάστηκε ως θέμα αμελητέο.
Αφού μια σοκολάτα στο τραπέζι μπαίνει.
Εμένα όμως το βάρος βαρύ στην καρδιά μου μένει.
Για τη θλίψη της, θαρρώ κι εγώ πως φταίω.
Δυο νύχτες καθόλου δεν κοιμήθηκα.
Έκανα χίλια ηθικά και χίλια ανήθικα.
Τηλεφωνούσα όσο και όπου μπορούσα.
Μπροστά μου διαρκώς έβλεπα την κυρία παρούσα.
Με κοιτούσε την κοιτούσα αυτή ζούσε Εγώ τη ζούσα.
Μακάρι να μπορούσα και να της χαμογελούσα.
Μου τηλεφωνεί δύο εικοσιτετράωρα αργότερα.
Από όσα λόγια μου είχε ποτέ πει τώρα τα ωραιότερα.
Και με μια περίεργη για αυτήν απορία.
Η φίλη μου, η θλιβερόστειλτη κυρία:
«Άκου φίλε μου Ηλία, πολυαγαπημένε.
Σε αυτά που κάνεις, πάντα Άγνωστος μένε.
Είναι πολύ χαρούμενη η Θλιβερή Ιστορία.
Μου είπε είσαι κύριος με κεφαλαίο κάπα
Της απάντησα, «πριν σε στείλω εγώ στάπα».
Εγώ Ηλία μου για εκείνη, όλα σου τα χρωστάω.
Μαζί της αυτή τη στιγμή και εγώ από χαρά πετάω.
Άκουσέ με και ας μην με πιστέψεις.
Έλα να δεις το δωμάτιό της και να το ζηλέψεις.
Έχει στο υπόγειό της γιορτή κι απίστευτες παράτες.
Άγνωστος, της έστειλε εκατό τεράστιες σοκολάτες. Και σημείωμα για τα εγγόνια της με χίλια φιλιά.
Και από Δευτέρα πιάνει και μόνιμη δουλειά».
photo AlexanderStein, https://pixabay.com























