(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα)
Μέσα στον ζοφερό κύκλο του φονικού και της καταστροφής ο Λεωνίδας τα είχε κυριολεκτικά χαμένα. Δεν είδε κανέναν συγγενή του, αλλά ο ίδιος, χωρίς να συνειδητοποιεί πώς και γιατί, βρέθηκε να ακολουθεί τους Έλληνες συμπατριώτες του, κάτω από την απειλή του βούρδουλα, σ’ έναν χωματόδρομο στην έξοδο της πόλης.
Μικρά παιδιά, ορφανεμένα ξαφνικά, έκλαιγαν απαρηγόρητα. Γυναίκες έσκουζαν μοιρολογώντας τον άντρα, το παιδί, τον πατέρα, που έχασαν τη ζωή τους βίαια κι έμειναν άταφοι στις αυλές και στους δρόμους, ημίγυμνα θύματα του πλιάτσικου που ακολούθησε την άγρια σφαγή τους.
Ο ξεριζωμός του Ποντιακού Ελληνισμού είχε αρχίσει.
Αγκομαχούσαν οι εκτοπισμένοι, περπατούσαν αναγκαστικά και ασταμάτητα κι όλο μεγάλωνε η γραμμή της εξορίας από νοικοκυραίους που τους είχαν ξεγυμνώσει από κάθε τι πολύτιμο, ρούχο ή κόσμημα που φορούσαν τη στιγμή της σύλληψης.
Νηστικοί και μισοφορεμένοι οι εργατικοί και φιλήσυχοι προκομμένοι Έλληνες των βουνών της Κερασούντας, επί το πλείστον επιχειρηματίες, μεταλλουργοί, ξυλέμποροι, καπνέμποροι και φουντουκοπαραγωγοί, είχαν καταντήσει ξαφνικά αιχμάλωτοι, περπατώντας εξαντλητικά, με μόνιμη την απειλή του υποκόπανου.
Ανάμεσα σε τόσους απελπισμένους ο Λεωνίδας ένιωθε να τον τυλίγει ένα κύμα φόβου και απέραντης μοναξιάς. Έστρεφε το βλέμμα του προς κάθε κατεύθυνση, μήπως δει κάπου τον πατέρα του, μα του κάκου. Απελπισία! Του είχαν πάρει το κυριακάτικο μάλλινο σακάκι του και κρύωνε, τον χτύπησαν στα πόδια και πονούσε. Παλληκαράκι αυτός, δεν του πήγαινε να κλάψει μπροστά στον κόσμο –έτσι τον είχαν μάθει– μα ούτε ήταν μεγάλος, για να αναλάβει πρωτοβουλίες. Πού πήγαιναν; Ποιος ήταν ο προορισμός τους; Κανείς δεν ήξερε. Κάποιοι μιλούσαν για το Ερζερούμ, άλλοι για το Καρς· κάτι πήρε το αφτί του για τάγματα εργασίας, μα φοβόταν να ρωτήσει περισσότερα, γιατί ο Τουρκαλάς με τα φυσέκια από δίπλα του χτυπούσε με δύναμη τον βούρδουλα στη γη και δεν το είχε για τίποτα να ξεθυμάνει πάλι το εθνικιστικό του μίσος επάνω του.
Ένα αγοράκι ίσαμε εννιά χρονών πλησίασε και ζήτησε να κρατηθεί απ’ το χέρι του. Στη βιασύνη του, κάτω από το άγριο βλέμμα του φρουρού, ο μικρός σκόνταψε και κυλίστηκε στο χώμα. Το δεξί παπούτσι του βγήκε από το πόδι του, πήρε την κατηφόρα και, μονοσάνδαλο το κακόμοιρο, βάδιζε με δυσκολία. Ξανθό, μικροκαμωμένο, με το όμορφο μουτράκι του λερωμένο απ’ τα χώματα, είχε ζωγραφισμένο στα μεγάλα καστανά μάτια του ένα αίσθημα απορίας ανάμικτης με τρόμο. Τον έλεγαν Κοσμά. Ήταν από την Κασσιόπη, κωμόπολη που δέχτηκε κι αυτή απάνθρωπη την αγριότητα των Νεοτούρκων.
Απ’ τα ορεινά χωριά της Κερασούντας είχαν αρχίσει τα τσιράκια του Ταλαάτ πασά τις ασκήσεις βίας, για να δουν ίσως ποιες θα ήταν οι πρώτες αντιδράσεις των χριστιανών, κι έπειτα ξεχύθηκαν ανήμερα θεριά στις πλούσιες περιοχές του Πόντου να αποδεκατίσουν τους χριστιανούς και να αρπάξουν τις περιουσίες τους. Στην ερώτηση πού ήταν οι γονείς του, ο μικρός Κοσμάς ξέσπασε σε αναφιλητά. Τους είχαν σφάξει οι τσέτες μπρος στα μάτια του. Ήταν ολομόναχος. Ένα αίσθημα τρυφερότητας και αλληλεγγύης έδωσε στη ζωή του Λεωνίδα κάποιο νόημα και σκοπό. Θα τον προστάτευε με κάθε τρόπο.
Με προορισμό τη χώρα του πουθενά, στόχος των Νεοτούρκων με τους αναγκαστικούς εκτοπισμούς ήταν να οδηγήσουν τους χριστιανούς και κυρίως τον ακμάζοντα Ελληνισμό του Πόντου στον αφανισμό από πείνα, δίψα και εξάντληση. Τους άρρωστους τους εγκατέλειπαν μισοπεθαμένους στην ερημιά, τους ανήμπορους να συνεχίσουν την πορεία τούς ξυλοκοπούσαν. Έτσι αποδεκατίζονταν οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Τουρκίας, αλλά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων οι ιθύνοντες εμφανίζονταν θρασύτατα αθώοι, γιατί τα χέρια τους δεν είχαν λερωθεί με αίμα, αφού οι χριστιανοί πέθαιναν μόνοι τους στον δρόμο.
Δεξιά και αριστερά από την ατελείωτη γραμμή των απελπισμένων, αλαζονικοί οι φύλακες σε τακτές αποστάσεις συνόδευαν τους εκτοπισμένους γεμάτοι έπαρση και βιαιότητα. Με την παραμικρή ενόχληση αντιδρούσαν απάνθρωπα:
Εικόνες ασύλληπτης βίας ξετυλίγονταν κάθε τόσο μπρος στα μάτια των αιχμαλώτων και οι θύτες δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να τις συγκαλύψουν, με στόχο να εντείνουν τον τρόμο και τον πανικό.
Μια έγκυος γυναίκα ξεκοιλιασμένη, με τα γυμνά μέλη της στο χρώμα της στάχτης από την αποσύνθεση, κείτονταν νεκρή δίπλα στο μονοπάτι. Της είχαν χύσει τα έντερα μαζί με το έμβρυο.
Η εικόνα ενός άντρα με σπασμένο το κρανίο του και το στόμα του να χάσκει ορθάνοιχτο μες στα στεγνά αίματα, με λειψή την οδοντοστοιχία του, έδειχνε φανερά πως τα χρυσά δόντια του ήταν η αιτία του θανάτου του.
Ένα μωρό έκλαιγε νηστικό στην αγκαλιά της μητέρας του που, θες από εξάντληση, θες από τρόμο, της είχε στερέψει το γάλα και το ψευτοβύζαινε, για να το ησυχάσει. Ξάφνου, μπρος στα μάτια όλων, άσπλαχνος ο κακούργος τουρκαλάς της το άρπαξε και το πέταξε με οργή στον βράχο. Αλλόκοτη συμπεριφορά, που σου σφάζει τα ήπατα. Κόπηκε απότομα το κλάμα του, σβήστηκε η ζωούλα του και ρίγησε ο άνεμος απ’ το σκούξιμο της δόλιας της μάνας του.
Ο θρήνος για τους νεκρούς που έμειναν πίσω είχε εξαντλήσει τις ψυχές· τη θέση του πήρε ένα διακοπτόμενο βογγητό, ένας βουβός πόνος για την απρόσμενη συμφορά, μια οργή που εναλλάσσονταν με την απελπισία.
Η μυρμηγκιά των ξεριζωμένων άφηνε στην πλούσια γη του Πόντου θλιβερό το χνάρι του λευκού θανάτου. Κάθε τόσο ακουγόταν η παράκληση: «Νερό! Λίγο νερό, Θεέ μου!» και η ζωή έσβηνε για ένα αγαθό που τόσο πλουσιοπάροχα προσφέρει ο ουράνιος Πατέρας στον πλανήτη μας!
Υπήρχε εντολή να τους δίνουν κάθε τρεις μέρες λίγο νερό στη χούφτα τους κι όποιος προλάβαινε. Ο Κοσμάς, μικροκαμωμένος καθώς ήταν, σκαρφίστηκε ένα τέχνασμα. Κατά τη διανομή, χωνόταν κάτω απ’ τις χούφτες των μεγάλων, ώστε να βρέχονται τα μανίκια της άσπρης μάλλινης φανέλας του, που του είχε πλέξει η γιαγιά του, με γαλάζιο φεστονάκι στη λαιμόκοψη, και, στίβοντάς τα, να ξεδιψάει και ενδιάμεσα. Μάλιστα, από τότε που γνώρισε τον Λεωνίδα, φρόντιζε να βρέχεται περισσότερο, για να ξεδιψάει κι εκείνος.
Τα δυο παιδιά ολομόναχα, άμαθα από κακουχίες, μακριά από τις οικογένειές τους, μέσα στην αγωνιώδη προσπάθεια να σωθούν, είχαν την ανάγκη να πλέξουν αρμούς συναισθηματικής αλληλεγγύης, να μοιραστούν τον πόνο, να μεταγγίζουν σκοπό ζωής και κουράγιο.
Ο Κοσμάς το γνώριζε πως η οικογένειά του είχε ξεκληριστεί· τι είχε συμβεί όμως στην οικογένεια του Λεωνίδα;























