Έχω ένα σπίτι μιαν αυλή και έναν κήπο
λίγες ελιές, πορτοκαλιές, αμυγδαλιές,
και λίγες τριανταφυλλιές,
μα και πολλά λουλούδια.
Πολλούς ανθρώπους που αγαπώ
και θέλω πάντα να μιλώ.
Και λίγους που λατρεύω.
Και είναι πάντα γύρω μου.
Όλα μου αρκούν που πάλαιψα να έχω
και με γεμίζουν με ανθρώπινη ευλογία.
Παλάτια και χρυσάφια δεν εζήλεψα
όσοι τα έχουν, θέλουν κι άλλα
και δεν τους φτάνουν
ώστε και άλλα να αναζητούν αλλού
σε ηδονές αφύσικες και πλέον αρρωτημένες.
Εγώ στον κήπο μου γαλήνη πάντα έχω,
και στην αυλή μου υποδέχομαι το φως.
Το σπίτι είναι καθαρό και περιποιημένο
από τα χέρια μου χωρίς ποτέ να κουραστώ.
Έτσι με έμαθαν ο Μήτσης και η Λούλα.
Γνώρισα κόσμο και κοσμάκη.
όλοι παλεύαν να γεμίσουν τα πουγγιά τους
κάναν πολλά, μα όλοι ήθελαν κι άλλα ακόμα.
Πολλοί εγέρασαν κι ακόμα δεν εχόρτασαν
τους βλέπω πίσω από γκισέδες να υποκλίνονται
με μια ελαφριά επίκληση στη μέση χρόνια τώρα.
Δούλοι από συνήθεια
με την πλεονεξία στην παλάμη να εκλιπαρούν,
άλλοι μετρώντας τους παχιούς λογαριασμούς τους
κι άλλοι χωμένοι με τα χάπια τους και τις ουσίες,
σε έναν κόσμο αλλοιώτικο παράξενο και ξένο.
Όσο τα σκέφτομαι αυτά κάτω απ’ την μυγδαλιά μου
κάτω απ’ τον ίσκιο της ελιάς, δίπλα στις νερατζιές μου
πίνοντας καφεδάκι στο λιθάρι της αυλής,
νιώθω σαν ένας βασιλιάς που τον έλάτρεψε ο λαός του.
Ταΐζω το γατάκι στην αυλή μου και στα ματάκια του
αντικρύζω μια λατρεία όπως με κοιτάζει.
Νοιώθει ασφάλεια και ανεβαίνει στα γόνατά μου
τρέμει με κείνο το τρεμούλιασμα
που κάνουν οι γατούλες όταν είναι ευτυχισμένες.
Ο Ήλιος ανέβηκε ψηλά και τα δέντρα γύρω μου
λάμπουν από την πρωϊνή δροσιά στις φυλλωσιές τους.
Τί ευωδία είναι τούτη που γεμίζει τον αγέρα
από τα τριαντάφυλλα τα γιασεμιά και τις βιολέτες!
Απέναντι ξεθώριασαν οι σκιές των άλλων νησιών
προβάλλοντας στο πέλαγος που έφεξε στον Ήλιο.
Ένα καράβι στον ορίζοντα αργά κινείται
σαν να ρωτάει τον ουρανό πότε θα φτάσει.
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο σκάει στα χείλη μου
ήθελα πάντοτε να γίνω ναυτικός, ή μάλλον καπετάνιος
δεν μετανοιώνω όμως.
Για τίποτε δεν μετανοιώνω
ούτε ποτέ θα μετανοιώσω για όλα αυτά.
Η ζωή μου έδωσε το ωραιότερο ταξείδι
και η Ιθάκη μου είναι πάντα εκεί και περιμένει.
Εκεί θα παραδώσω την γαλήνη μου
εκεί θα πώ το τελευταίο αντίο στα γιασεμιά μου.
Εκεί η ψυχή θα τραγουδάει μέρα νύχτα
ένα τραγουδι που μου έμαθε ο παππούς.
Εκεί θα ξενυχτάνε οι θύμισες
στον πέρα μώλο και στην άκρη του Φυκιού.
Να με θυμάσαι αγαπημένη μου
μη με ξεχνάς…
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΕΧΗΣ
ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ
ΦΛΕΒΑΡΗΣ 2025
photo Pexels, https://pixabay.com
























