Δεν ξερω πως και γιατί αλλά δεν έψαξα ποτέ τον πρίγκηπα …κι αυτοι που με βρήκαν από μόνοι τους και συστήθηκαν με τίτλο ευγενείας με άφησαν αδιάφορη ή με σοβαρές εκπτώσεις στο βιογραφικό μου.
Πάντα έψαχνα το τέρας.
Αυτόν που δεν θα καταφέρει να μου κρύψει τα σκοτάδια του με επιτυχία αλλά θα μ άφηνε να δω μέσα του το φως απ’ την κλειδαρότρυπα, τόσο όσο να μην τρομάξω και να μην τραυματιστώ.
Ή που θα άφηνε να μυρίσω το πιο μικρό ευαίσθητο λουλούδι που ανθίζει στην καρδιά του χάους του. Εκεί που βασιλεύουν τα ερείπια των όσων είχε ονειρευτεί.
Ο πρώτος «πρίγκηπας» που πέρασε από το διαμέρισμά μου φορούσε all star λευκά γαριασμενα χωρίς κάλτσα κι ένα «ακριβό» σακάκι ψωνισμένο από τα ρούχα με το κιλό, με τους ώμους να πέφτουν βαριοί και ξένοι πάνω του. Και να κρύβουν τα κοκκαλιαρικα κωλομερια του που είχαν τρυπήσει το τζην στις κωλοκαθιές.
Μύριζε αποσμητικό περγαμόντο και μου μιλούσε για τις «επενδύσεις του στο μέλλον» πίνοντας το κρασί μου με μια σχετική ξινιλα για την κακή του ποιότητα και τις πολλές τανίνες, σερβίροντας για αντάλλαγμα ύφος 500 καρδιναλίων και σχολια για τις ελλειπείς μου λογοτεχνικές γνώσης. Δικαιωματιστής της απόλυτης γνώμης και του γιγνωσκειν! Ωστόσο είχα πάψει να τον ακούω μετά το μισάωρο και προσπαθούσα να βρω ενδιαφέρον στο ευλύγιστο από την γιόγκα κορμί του και τα μελαγχολικά του μάτια.
Που και που κοιτούσα με νόημα τα χείλη του που ξεραινε η πολυλογια μπας και πιάσει το νόημα και περάσουμε στο παρασύνθημα … Μάταια .. επέμενε να μου αναλύει την σκηνή της εξάντλησης από το “τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας” ..
Τον έδιωξα στις τρεις το πρωί, επειδή ηρεμούσε υπερβολικά τη γάτα μου που χαϊδευε μονότονα ρομποτικά και με κοιτούσε με εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που δεν έχει φάει ποτέ του βρώμικο όρθιος στη γωνία.
Φεύγοντας μου ζήτησε να του επιστρέψω το βιβλίο που μου χάρισε όταν γνωριστήκαμε για να το δώσει σε κάποια που θα το εκτιμήσει και μου ζήτησε να του φτιάξω κι ένα σάντουιτς για τον δρόμο.
Θα γύριζε λέει με τα πόδια σπίτι ..”τα ταξί είναι καπιταλιστικό σημείο αναφοράς…και βέβαια υποσυνείδητη νοσταλγία βασιλείας με τάσεις υποδούλωσης των άλλων” ..
Ύστερα ήρθε ο δεύτερος «πρίγκηπας».
Αυτός ήταν συστημένος…καλός μάστορας και καλος νοικοκυραίος. Τύπος για σπίτι δεν κυκλοφορούσε με κοστούμια, αλλά με φόρμα εργασίας, ακριβά παπούτσια εργασίας και την προβλεπόμενη αξυρισιά μιας εβδομάδας που έμοιαζε σαν λάθος στα κοινόχρηστα.
Είχε τα χέρια καταπονημένα και ξερά από τη σκληρή δουλειά, καλογυαλισμένο μέτωπο, καθαρό βλέμμα, ευγενή ενδιαφέροντα -αταιριαστα με το σύνολο- και μια τιμιότητα από τα LIDL.
Ήταν καλός πωλητής έρωτα και ξάδερφος περαστικού φαντάσματος.
Μου υποσχέθηκε πως θα μου φτιάξει το σπίτι και τη ζωή, και μάλιστα το πίστεψα· τόσο μπελαλής φαινόταν, που βιάστηκα να τον πληρώσω διπλά και προκαταβολικά, και σε τάλαρα.και σε είδος.
Τελικά, την έκανε μαζί με τον φανταστικό του ξάδερφο, αφήνοντας πίσω του μισοτελειωμένες εργασίες ανακαίνισης, έναν τοίχο γυψοσανίδα στη μέση του σαλονιού και μια αίσθηση ότι με πιάσαν κότσο γύφτοι στο παζάρι πριν καν σκεφτώ για παζάρια..
Με τρίτο “πρίγκηπα” δεν θέλησα να πειραματιστω.
Εγώ, βλέπεις, ήμουν για άλλα. Ήμουν για τύπους σαν τον Μαύρο.
Τον Μαύρο τον γνώρισα στο συνοικιακό μπαρ «Καταστροφές», όπου τα ποτά ήταν νοθευμένα και το τζουκ μπόξ έπαιζε εκείνο το βαρύ ρεμπέτικο του ’30 που δεν μπορούσα καν να αναγνωρίσω…
“…Μες στον τεκέ της Λιβαδειάς,
μπελάδες και ντουμάνια
δεν πιάνουν παραμύθια εδώ,
ούτε χρυσά στεφάνια.
Μαύρο φαρμάκι στη γωνιά,
και γυαλιά σπασμένα,
Κι αυτές που ψαχναν πρίγκηπες,
Κλαίνε για τα χαμένα.
Τα χείλη σου Ανεστούλα μου
Ακόμα με στοιχειώνουν
τα ανήμερα τα άνθη σου
στις στάχτες μεγαλώνουν…
Κι αν έρθει ο χάρος να με βρει,
μην κλαις για τα χαμένα,
Το μαύρο χώμα το βαρύ
είναι γραφτό για μένα..
-…Θα αποθάνω για σένα Ανεστούλα…να μ αναστήσεις μόρτισσα…-“
Ο Μαύρος δεν είχε άλογο· άλλωστε, τα τέρατα δεν έρχονται σαν ιππότες να σε σώσουν· έρχονται απλώς για να σου θυμίσουν πόσο ωραία είναι η καταστροφή.
Λιβανιζε ένα ποτήρι θολό αψέντι, με τα δάχτυλά του κίτρινα από τον καπνό. Είχε την όψη παλιού ζεν πρεμιέ ξεχασμένου σε συσκευασία μπαγιάτικου ψωμιού: μαύρο σακάκι περασμένης εποχής ξεκουμπωτο και λευκό πουκάμισο ελαφρώς κιτρινισμενο απ τα χρόνια στην ντουλάπα.
Συγκέντρωνε όλα εκείνα τα κουρασμένα, κινηματογραφικά χαρακτηριστικά που κάποτε θα γέμιζαν αφίσες σε συνοικιακό σινεμά, τώρα όμως είχαν ποτιστεί με νυχτερινή υγρασία, αξύριστο γκρίζο γένι και τα σημάδια μιας ζωής που του είχε ρίξει γερά χαστούκια.
— Είσαι το τέρας; τον ρώτησα, ακουμπώντας τον αγκώνα μου στο κολλώδες ξύλο του τραπεζιού, δίπλα σε μια μισοκαμμένη γόπα.
Σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε με μάτια βαριεστημένα, σαν ηθοποιός που βαρέθηκε να παίζει την ίδια σκηνή στο τελευταίο θεατράκι της επαρχίας, και χαμογέλασε στραβά, δείχνοντας ένα δόντι από παλιά φασαρία.
— Εξαρτάται, μου απάντησε με φωνή που έβγαινε σαν απ’ το παλιό γραμμόφωνο. Αν εννοείς τους τύπους τους συνηθισμένους με τις φόρμες εργασίας και τις δόσεις της εφορίας που σου τάζουν ανακαινίσεις και εξαφανίζονται με τα προκαταβολικά τάλαρα, όχι. …
Αν εννοείς κάποιον που έχει χάσει τον ύπνο του, τα λεφτά του και τις αυταπάτες του προτού καλά-καλά ξημερώσει, τότε ναι, πιθανότατα εγώ είμαι. Κερνάς ένα ποτήρι φαρμάκι;
Τον κέρασα άλλο ένα αψέντι. Και κάπως έτσι, η νύχτα πήρε τον δρόμο της με πολύ κουβέντα που κυλούσε αβίαστα χωρίς έπαρση, θλιψη ή ταραχή.
Το κλείσαμε το μπαρ όπως συνηθίζω να κανω και περπατήσαμε ως το σπίτι μου
Ανεβήκαμε στο σπίτι μου, περνώντας ανάμεσα από στοίβες με παλιά βιβλία, άδεια μπουκάλια και τη μισοτελειωμένη γυψοσανίδα του προηγούμενου απατεώνα.
Ο Μαύρος έβγαλε το σκονισμένο σακάκι του και κάθισε στο πάτωμα, ακουμπώντας την πλάτη του στον τοίχο που είχα στολίσει με φωτάκια .. σαν φωτοστέφανο φαίνονται πίσω απ’ το κεφάλι του ..
Κάποια στιγμή, με μια κίνηση σχεδόν θεατρική, άνοιξε προσεκτικά το πουκάμισο του .
“Μαύρε, αν προσπαθήσεις να με εντυπωσιάσεις δείχνοντάς μου τατουάζ με στίχους του Καββαδία, κινεζικούς δράκους και Tribal των Μαορί με το όνομα της μάνας σου ανάμεσα, θα σε διώξω”.
Αλλά δεν είχε τατουάζ. Όχι εκεί τουλάχιστον!
Ήταν απλώς το στήθος του, χλωμό και λουσμένο απ’ το φως του δρόμου. Κι όμως, στη μέση του στήθους, ακριβώς πάνω στην λευκή φανέλα Μινέρβα , ήταν καρφιτσωμένο ένα μικρό, μισοξεραμένο αγριολούλουδο, στερεωμένο με μια τεράστια, σκουριασμένη παραμάνα.
Έμεινα με το στόμα ανοιχτό.
— Τι είναι αυτό; ψιθύρισα, σκύβοντας πιο κοντά. Ελπίζω να μην περιμένεις να το …(Γελάει) Τί ναι αυτό?? Είπα για δεύτερη φορά ..ελαφρώς μεθυσμένη και λίγο ελαφριά.
— Μη γελάς, μου είπε με σοβαρότητα παλιού ηθοποιού σε δραματική πατάτα. Το μόνο πράγμα που κατάφερα να κρατήσω ζωντανό πέρυσι το καλοκαίρι. Το μάζεψα από ένα οικόπεδο γεμάτο μπάζα. Έχει τη μυρωδιά μου: χώμα, ιδρώτας και κακή διατροφή. Αλλά αν το πλησιάσεις καλά, μυρίζει ακόμα λίγη άνοιξη.
— Και η παραμάνα; Τι να κάνει κι αυτή η δολια .. αν ανοίξει θα σου τρυπήσει το δέρμα.
— Φυσικά και μου το τρυπάει από την αρχη, το δέρμα ..έτσι την παίρνω χαμπάρι και την κουμπώνω ξανά! (απάντησε με μια πικρή γκριμάτσα). Αλλά αυτή είναι η ουσία, γλυκιά μου. Αν δεν υπάρχει πόνος, δεν υπάρχει και υπενθύμιση ότι είσαι ακόμα ζωντανός.
Έσκυψα και το μύρισα προσεκτικά. Είχε δίκιο. Μύριζε καπνό, κλεισούρα, κάτι πεισματικά ανθρώπινο κι έναν τόνο λεβάντας σε φανέλα αγοριού που η μάνα του είχε μαζέψει από το σχοινί στην ταράτσα.
Ψημένο απ’ τον μεσημεριατικο ήλιο.
Έτσι το ένιωσα ..ψημένο… Και λες και άκουσε την μεμονωμένη λέξη στο μυαλό μου, έβγαλε από μια ζελατίνα τσιγάρων ένα κομματάκι ψημένο μαροκινό ..πριν καν το δοκιμάσω είχα αρχίσει να γελάω.
Γελούσα, με ενα γέλιο υγρο, μαγειρεμένο και ανακατεμένο σαν τα αποφάγια παιδιών στον κάδο σκουπιδιών…πολύχρωμο ανακατεμένο ..,
Ένα γέλιο από αυτά που διαλύουν τις ψευδαισθήσεις σαν ζάχαρη μέσα στο ζεστο αψέντι. Έβγαλα δύο ποτήρια και μείναμε εκεί, αδιαφορώντας για το αν η παραμάνα ξεκουμπωνε και ματωνε ή για τους τίμιους των LIDL ή για τα χαμένα μας λεφτά και τις ώρες που ψάχνουμε με silver alert. Αυτές που διαθέσαμε λανθασμένα αντί να τις κρατήσουμε για πάρτυ μας.
Ο πρίγκηπας με το περγαμόντο μύριζε ψέμα.
Ο πρίγκηπας με τη φόρμα εργασίας άφησε πίσω του μισό τοίχο γκρεμισμένο.
Ο Μαύρος όμως μου άφησε να μυρίσω το χάος του με όλο τον κυνισμό και το τσουξιμο της πραγματικότητας με άφησε να δω λίγο -οσο πίστευε πως θα αντεχα- τα σκοτάδια του , και για πρώτη φορά στη ζωή μου, η αλήθεια μύριζε ακριβώς όπως έπρεπε.
Αποκοιμηθηκαμε στο ξυλινο πάτωμα ανάμεσα σε κάποια βιβλία κι άδεια μπουκάλια και όταν ξύπνησα είχε ήδη φύγει. Στο τραπεζάκι μπροστά μου ήταν πάνω σε ένα βιβλίο το λουλούδι του και ένα σημείωμα
“Εγώ κράτησα την παραμάνα.. εσένα σου χρειάζεται λίγη Άνοιξη”
photo Greek News FL





























