Την Κυριακή τα ξημερώματα άνοιξα τα μάτια μου· σιγά-σιγά ο ήλιος ανέτειλε σαν ένα μεγάλο κόκκινο φεγγάρι, ήταν άνοιξη, όλα λούστηκαν από ένα πορφυρό φως χαράς -έδινε ενέργεια και δύναμη σε κάθε ζωντανό οργανισμό.
Τη Δευτέρα έκανα λιγάκι φοβισμένος τα πρώτα μου βήματα, κυνηγώντας με παιδική αθωότητα, τα διάφορα κατοικίδια ζωάκια.
Έπαιξα ρομαντικά παιχνίδια με τον ήλιο κάτω απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων.
Ένοιωσα βαθιά μέσα στα πνευμόνια μου, τ’ αρώματα των πολύχρωμων φυτών, αγάπησα την απέραντη, αθάνατη, γαλάζια θάλασσα, και αγναντεύοντας την από ψηλά, έβλεπα καταπράσινα, ανεξερεύνητα τροπικά νησιά, με χρυσές παραλίες, όπου η χλαλωή τους σκορπιζόταν σαν μουσική στον αέρα.
Την Τρίτη είχα κιόλας μάθει τα μυστικά της ζωής. Λάτρεψα την αμαρτία! Εφηύρα και θέλησα να εφαρμόσω τη δικιά μου γεωμετρία. Πίστεψα πως μου άξιζε μια ηγεμονική θέση μέσα στον κόσμο· ονειρεύτηκα το θρόνο μου από χρυσάφι και διαμάντια, στην κορυφή του κεντρικού λόφου.
Τα έβαλα με θεούς και ανθρώπους. Ερωτεύτηκα ό,τι με μίσησε και μίσησα οτιδήποτε με αγάπησε. Δεν συμβιβάσθηκα με κανέναν νόμο ή αρχή. Ήμουνα κάθετος σε όλα! Ο ήλιος το μεσημέρι άρχισε να ξεραίνει τα φυτά, τα ποτάμια στέρεψαν, η γη ξεράθηκε, τα ζώα πέθαναν αργά και βασανίστηκα από τη δίψα.
Οι φίλοι με χαιρέτισαν λέγοντας: «αντίο». Το περιβόλι μου θύμιζε κρανίου τόπο. Μία έρημο γεμάτη σκελετούς που κανείς δεν ήθελε να επισκεφτεί. Κάηκα από κάθε σπίθα της κόλασης που ο ίδιος δημιούργησα. Το βράδυ ανέκρινα το πρόσωπο μου στον καθρέφτη, αντίκρισα τον πιο φριχτό ζόφο: τον θάνατο!
Τα ξημερώματα της Τετάρτης αποφάσισα να φτιάξω έναν κήπο ανοιχτό σε όλους τους ανθρώπους, χωρίς καμία αξίωση για ανταμοιβές. Έσκαψα τη γη με το τσαπί· τα χέρια μου σκίστηκαν απ’ τη δουλειά. Με το αίμα και τον ιδρώτα μου πότισα τα λουλούδια που ήταν κομμάτι της σάρκας μου. Έσπασα κάθε κλειδαριά, που θα έκλεινε την είσοδο και άφησα τις πόρτες όλες ανοιχτές. Έστειλα στα πέρατα της οικουμένης μαντατοφόρους, να πουν πως εδώ υπάρχει ένας κήπος όπου όλοι εμείς θα είμαστε ο ήλιος, το νερό και τα λουλούδια. Περίμενα σίγουρος πως ο κήπος μου θα γεμίσει, έχοντας ετοιμάσει δώρα για την υποδοχή των καλεσμένων, αλλά μέχρι το απόγευμα της Πέμπτης δεν ήρθε κανείς· έτσι βυθίσθηκα σε μαύρα όνειρα.
Όλοι άκουσαν τα λόγια μου με καχυποψία. Μερικοί γέλασαν δυνατά με αυτές τις πράξεις. Είπαν πως ήμουν ένας ψευδοπροφήτης, ένας αμαρτωλός, που ήθελε μόνο να κλέψει. Τότε τα καυτά μου δάκρυα, έγιναν τα παιδιά μου μήνυμα σ’ εκείνους που τυχαία θα έβρισκαν τον κήπο μου. Θα έμεναν πάντα νέα και ζωντανά, άφθαρτα από το χρόνο, όπως ήμουν εγώ τη στιγμή που τα γέννησα, με όλα μου τα πάθη. – Αποκάλυψαν την τραγική αλήθεια. Δεν άφησαν χώρο για όνειρα!
Το ηλιοβασίλεμα αποφάσισα να φύγω τινάζοντας τα μυαλά μου στον αέρα.
Ταξίδεψα μαζί με τον ήλιο στο σκοτάδι. Την άλλη μέρα αυτός όπως πάντα, ήταν συνεπής στο προκαθορισμένο του ραντεβού.
Εγώ όμως δεν ήρθα και ούτε θα έρθω ποτέ ξανά.
Την επομένη της αποδημίας μου, η φήμη μου άρχισε να εξαπλώνεται. Το Σάββατο μιλούσαν για μένα, σαν να ήμουν ένας νεκρός πρίγκιπας, που δεν αξιώθηκε να χαρεί το βασίλειο του. Μέχρι την τελευταία αχτίδα του ήλιου της Κυριακής, το όνομά μου είχε σβήσει και αυτό, όπως όλα, μέσα στο πλήθος των εκατομμυρίων λέξεων.
photo garten-gg, https://pixabay.com





























