Όταν το σπίτι σου είναι πια ένα τακτοποιημένο ασφαλές κελί
όταν στα παράθυρα φυτρώνουν χρυσά κάγκελα
να προσέχεις να υποψιάζεσαι να αναρωτιέσαι.
Δικός μου είναι αυτός ο δρόμος που περπάτησα;
Έχει ανθρώπους εδώ που έφτασα;
Μήπως άφησα τα πολύτιμα πίσω μου;
Και μια μικρή αδύναμη φωνούλα ψιθυρίζει
κι όσο περνάει ο καιρός αν την αγαπήσεις δυναμώνει
φωνάζει ώσπου γίνεται κραυγή.
Να δίνεις από το υστέρημα της ψυχής σου
όταν γύρω όλα καταρρέουν
να δίνεις κι αυτά που δεν έχεις
κι όταν δεν έχει τίποτα άλλο απομείνει να δώσεις
να δίνεσαι ΕΣΥ ο ίδιος –ύψιστη τιμή και ευθύνη–
να δίνεσαι στους ανθρώπους χωρίς καμιά ανταμοιβή
να γίνεσαι άγγελος να φυλάς ζωές
να πολεμάς το άδικο
να φυτεύεις παντού σπόρους ανθρωπιάς
να στολίζεις με ομορφιά τις σχέσεις
να αγαπάς το θυμό και την οργή των απλών ανθρώπων
να νιώθεις τη συντριβή τους
να σε εμπνέει η κρυμμένη φοβισμένη δύναμή τους
να απλώνεις το χέρι σου στους γκρεμισμένους στους νικημένους
να αγκαλιάζεις το ελάχιστο το μέγιστο της ανθρώπινης ύπαρξης
να χαρίζεις το βλέμμα σου στα θολά δακρυσμένα μάτια τους
να απαλύνεις την άγρια σιωπηλή μοναξιά τους
να σκεπάζεις τις ανήσυχες εφιαλτικές νύχτες τους με όνειρα
να ξυπνάς βαθιά μέσα τους την ελπίδα
και το χαμένο αθώο παιδί της νιότης τους.
Και τις μοναχικές αξημέρωτες νύχτες της ζωής σου
να σφυρηλατείς στο σκοτάδι
μεταμορφώνοντας το αδύνατο το αδοκίμαστο
σε μεταλλικά κλειδιά
ταπεινά πολύτιμα αντικλείδια
για τις πόρτες της ζωής τους.
Από τη συλλογή «Ανοιχτό παράθυρο» εκδόσεις οδός Πανός
photo Image licence by freepik.com

















































