Έχω φτάσει στο σημείο που τον βλέπω κάθε μεσημέρι. Ο δρόμος ίδιος, όπως και χτες. Φαρδύς. Διακόπτεται από κάθετες παρόδους. Κάποιες καταλήγουν σε αδιέξοδα. Κανενός παράλληλος. Δεν απειλείται από άναρχη δόμηση. Μοναδικό του όριο, ο λόφος στα δυτικά της πόλης. Τακτοποιημένος. Οι μονοκατοικίες σε στοίχιση, με τους κήπους υποταγμένους στην επιβράδυνση μιας επερχόμενης σιέστας.
Εκείνος πάλι εδώ. Περιμένει. Καμιά φορά φοβάμαι ότι περιμένει εμένα. Δύο το μεσημέρι. Δύο ώρες μετά τις δώδεκα. Σε μία ώρα θα είναι τρεις. Δύο ώρες πριν αποφασίσουμε ότι είναι απόγευμα. Αλλόκοτο σώμα, κυρτοί ώμοι σε συνεχή περίσκεψη, προτεταμένη κοιλιά και στο ύφος αποτυπωμένη μόνιμα η αναποφασιστικότητα για την κατεύθυνση που θ’ ακολουθήσει. Νήπιο εγκλωβισμένο σε κορμί μεσήλικα.
Τον αποφεύγω. Για πόσο; Υπολογίζω τα χρόνια που με χωρίζουν από τότε που τον πρωτοαντίκρισα. Τότε που ανακάλυπτα τον δικό μου δρόμο. Τον συναντώ στη μνήμη μου κι ανακαλύπτω κενά που διακόπτονται από αστραφτερά χρώματα. Μόλις και μετά βίας πιάνω τα σήματα της μορφής του. Ξεπετάγεται χαμογελαστός, καλυμμένος με την αδιαφορία και τη σκληρότητα μιας παρατεταμένης εφηβείας. Προσπαθώ να ξεχωρίσω το χρώμα που κυριαρχεί. Να πιάσω το νήμα απ’ την αρχή. Να φτάσω εδώ, μπροστά στο σπίτι με τη φλαμουριά και τα χρυσάνθεμα ή σ’ εκείνη τη χαμηλή μονοκατοικία με το προσφυγικό εύρος και ό,τι απόμεινε από τη γαλάζια προπολεμική μπογιά που μετρά μόνο απουσίες. Εκεί κοντοστέκεται σήμερα. Προσπαθώ να μαντέψω σε ποιο απ’ όλα αυτά τα σπίτια καταλήγει το καθημερινό του ταξίδι.
Βρέθηκα εδώ και έχω επιλέξει αυτόν τον δρόμο για να επιστρέφω. Περιπλανήθηκα μήνες στον θόρυβο της μικρής επαρχιακής πόλης που στριμώχνει όλη της την έπαρση σε προθέσεις, προσανατολισμούς, κατευθύνσεις και όνειρα σε έναν αέναο κύκλο. Τον δρόμο δεν τον θυμόμουν. Τον ανακάλυψα. Ποτέ δεν έρχομαι, πάντα επιστρέφω. Με μέτωπο τη φυγή, την απόδραση. Και πάντα συναντώ εκείνον. Ποτέ δεν έρχεται. Πάντα επιστρέφει ή συλλογίζεται περιχαρής και αναποφάσιστος στην άκρη του δρόμου.
Ποτέ δεν έρχομαι. Πάντα επιστρέφω. Δεν τον είδα ποτέ να τελειώνει το ταξίδι του. Λες και ταχτήκαμε, ομού, σ’ ένα ατελείωτο «πήγαινε». Εκείνος περιφέρει την αγωνιώδη περιπλάνησή του μ’ ένα χαμόγελο. Με γεμίζει ενοχές. Σεπτέμβρης. Πόσα φθινόπωρα, δεν τα μετρώ, θυμάμαι μόνο τη δική μου επιστροφή. Στρίβω για τον συνοικισμό που κρέμεται απάνω από την είσοδο της πόλης. Ένας κατήφορος κι ένας χειμώνας. Αν στρίψω αριστερά, έρχομαι. Αν στρίψω δεξιά, φεύγω. Για πού;
photo jplenio, https://pixabay.com




























