Νύχτωσε πάλι. Πού θα πλαγιάσουμε απόψε. Όλο και πλησιάζουμε στην κορυφή της καμπύλης. Απομακρύνεσαι. Οι ειδήσεις πολλαπλασιάζονται και η εικόνα σου διαιρείται, διαιρείται… Το μεσημέρι ήσουν δεκαεννιά. Γυναίκα σου ήμουν χτες. Αν μου ζητήσεις τη μάνα σου δεν θα ’χω να σ’ τη δώσω, και τη δική μου, «πού είναι ο άντρας σου;» θα με ρωτήσει, την άφησα πολλά χιλιόμετρα μακριά, πόσα δεν ξέρω να σου πω, πληθαίνουν κάθε ώρα, αυξάνονται γεωμετρικά. Αριθμοί. Τριάντα εννιά κι οχτώ, τριάντα εννιά κι εννιά… Εκατόν σαράντα δύο. Θύματα. Κι εμείς; Σε φωνάζω, μ’ ακούς; Δια του πόσο διαιρείται το σαράντα; Θυμάσαι; Πόσα κομμάτια να γίνει το σαλόνι; Οκτώ ώρες, οκτώ ημέρες, η ώρα οκτώ. Νύχτα. Δραπέτης ο ύπνος, ίσα που πρόλαβε να φτάσει ως την άκρη της βεράντας. Τοίχος κι εκεί. Σκοντάψανε τα όνειρα σε απαγορευμένους ορίζοντες.
Τον φόβο τον κατάπιαμε. Ο έρωτας σε αναμονή, αντιγράφει από το τζάμι ταξίδια που δεν κάναμε και όσα χαμόγελα μας απομείνανε. Δεν τον θυμάμαι, τον έρωτα λέω, όλα εδώ μέσα είναι καινούρια και έξω. Πάνε ημέρες πια, ποιος να θυμάται, ίσως και μήνες, που δεν συναντιόμαστε. Ο χρόνος μηδενίζει προοδευτικά, κι εγώ που τον μετρώ, μη νομίζεις, μετρώ τις απουσίες και υπολογίζω πόσο μου έμεινε να ζω χωρίς να θυμάμαι. Τις φωτογραφίες τις κάψαμε, αφού τις θαύμασαν όλοι, τις πρώτες ημέρες ήτανε θαρρώ, συμφωνήσαμε, όλοι μαζί, να κάψουμε τον χρόνο. Δεν μας χρειάζεται, είπαμε, αφού τα καλοκαίρια δεν μένουν πια εδώ. Μία μού απέμεινε. Εσύ και ο σκύλος σου και πίσω η θάλασσα, εγώ πιο πίσω, θολή, να καλύπτω τη γύμνια μου μ’ ένα μακό δικό σου που ξέμεινε στο δέρμα μου να το τραβώ, δεν ξεκολλά, σαν τον χιτώνα της Δηιάνειρας, ποιος πρόδωσε ποιον, «ποιος πονάει πιο πολύ;» με ρώτησες. Αν ήξερα, σήμερα το κρεβάτι μας θα χωρούσε δύο, κι η αγκαλιά μου θα είχε υποκείμενο κι η μάνα σου δεν θα αναγκαζόταν
να τρέχει νυχτιάτικα σε ξένα οράματα να κουβαλά τα σπάργανα. Τι να της πω;
Δεν μιλάς. Δεν μου μιλάς. Ένα «τι θα φάμε αύριο, καλή μου» όλη μέρα δεν αρκεί για να περιγράψει τον διαφυγόντα χρόνο. Μονάχα ο σκύλος στο μπαλκόνι ξέμεινε να μεταφράζει όσα σού απόμειναν σε λέξεις. Πώς χώρεσε τόσος πόνος σε εξήντα πέντε τετραγωνικά; Είκοσι εννιά ημέρες κλεισμένος στο σαλόνι, ακονίζεις τη γλώσσα σου. Θα με ματώσεις στο τέλος, το ξέρω. Το σπίτι είχε κι άλλα δύο δωμάτια, μικρά, μα τη χωρού- σαν τη ζωή μας – τη χωρούσαν;
Ξημέρωσε πάλι. Ο ήλιος έξω παλεύει άνισα με σύννεφα βαριά, Μάρτης μήνας στα τελειώματα, και ο βοριάς, παγωμένος, υπογράφει συμφωνίες με την αβεβαιότητα. Φυσά. Απέναντι η θάλασσα, τα βουνά, ο ορίζοντας δεν τους χαρίζεται, τα περιγράφει. Κυλούν οι ώρες, κι εγώ που πάσχισα για να σε μάθω σε παρακολουθώ να μπαινοβγαίνεις. Άγνωστος. Σαλόνι, κουζίνα, αόρατος στο δωμάτιο που μια φορά ξαπλώναμε μαζί, καμιά φορά ταΐζεις και τον σκύλο, ίσα που περισσεύω στην άκρη του ματιού σου, με κοιτάς, πάλι πρωί – με βλέπεις;
Μεσημέριασε. Οι οδηγίες είναι σαφείς: «Τηρείτε αποστάσεις». Το σπίτι μας έρημος. Το φως επιμένει. Μου γνέφεις. Στο σαλόνι δεν απαγορεύτηκε η κυκλοφορία, σου λέω για να γελάσουμε. Δεν με κοιτάς. Θυμάσαι; Μην απαντάς, τρομάζω. Χωρίς χρώματα δεν αντηχούν οι λέξεις, μ’ ακούς; Τα φιλιά ίσα που προλαβαίνουν να ακουμπήσουν την ανάσα σου στο δήθεν ξύλινο τραπέζι. Απομίμηση κι αυτό, σαν τη ζωή μας που χάθηκε μετρώντας, υπολογίζοντας τις μέρες σε χρήμα, λιγοστό πάντα, στέρεψε και αυτό, θερμομετρώντας, μέχρι που απόμειναν οι μέρες στο σπίτι χωρίς όνειρα. Τις παρακολουθώ ατάραχη. Χτες είπες πως κατάσχεσαν τα πόμολα. Το σπίτι δεν έχει πια πόρτες. Μόνο τοίχους. Μείνανε τα παράθυρα και οι σκιές στο μπαλκόνι. Ρολόγια στο σπίτι μας δεν είχαμε ποτέ. Μετρούσαμε τον χρόνο με τις σκιές. Τώρα χαράζουν τις απουσίες τους στους τοίχους με γραμμές, άλλοτε κάθετες, άλλοτε οριζόντιες, ανάλογα. Τις οριζόντιες τις φυτεύουμε στο χώμα.
Νύχτωσε. Κρατώ στα χέρια μου τα σπάργανα, και η μάνα σου, ολοζώντανη σχεδόν, να σε κρατά. Κρατά στα χέρια ένα θερμόμετρο. Τι να της πω. Το σαράντα διαιρείται δια του πέντε και δια του οκτώ. Πέντε λεπτά χρειάστηκαν να σύρει τα πόδια της ως το σαλόνι. Σαράντα χρόνια κάθε μέρα σε γεννά. Σαράντα χρόνια, λέει, μετρά τις ανάσες σου. Τι να της πω. Πως τόσες είναι σχεδόν οι ημέρες που ξεμείναμε εδώ μέσα; Εσύ κι εγώ. Να μετράμε τα χρόνια μας με τις γραμμές στα θερμόμετρα. Τέτοια είχαμε πολλά.
Στέκεται στη μέση, γυμνό σε παρέδωσα, λέει πως τα σπάργανα δεν τα χρειάζεσαι άλλο. Όλο και ξεθωριάζει. Τι να της πω. Ξεμείναμε κι από σκιές. Μονάχα ειδήσεις περί διαιρέσεων. Μονάχα αυτές κυκλοφορούν, έχουν ελευθέρας, άλλες σκιές προκύπτουν ως υπόλοιπο. Σε θάψαμε τη νύχτα στο πάτωμα, απαγορεύονται οι δυσάρεστες ειδήσεις. Δεν μετράμε πια τις απώλειες· τις χτίζουμε, τις θάβουμε στη μεσοτοιχία που χωρίζει το εμείς απ’ το σαλόνι, το σαλόνι από το ευρύτερο εμείς, το σπίτι από εκείνο που μας τρόμαξε, εκείνο που μας τρόμαξε από εκείνο που είμαστε, εκείνο που είμαστε απ’ όσο θ’ απομείνει. Οι ώρες περνούν και οι καμπάνες δεν μετρούν πια. Γράφουν ιστορία.
Πρωί και πάλι. Ξυπνώ. Οι γραμμές που μας ορίζουν, χάραξε, έγειρε ο ήλιος, νύχτα, αύριο, πάλι πρωί, μ’ ακούς; Ό,τι απέμεινε, μία μόνη σκιά στον τοίχο. Όρθια. Κάθετη σαν τη ζωή μας. Δεν χωρά παρανοήσεις. Οι παράμετροι πλέον είναι δύο, ζούμε ή όχι. Τα στατιστικά στοιχεία, το μόνο που έχουν να προσθέσουν είναι μια οριζόντια γραμμή σε ανάπτυξη. Καμιά φορά παρουσιάζει και καμπύλες. Νύχτωσε; Η σκιά μου πήρε να γέρνει. Το πρωί με ρώτησες πού έβαλα το ρολόι της κουζίνας. Δεν μετρούσε, σου απάντησα, το έσπασα. Εδώ και μήνες δείχνει την ίδια ώρα. Οχτώ. Μην με ρωτήσεις ποιας ημέρας.__
photo gabisouttomayor, https://pixabay.com




























